Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Δονκιχωτισμός έναντι Δονζουανισμού

Η ικανοποίηση που νοιώθω, σαν να πρόκειται για ένα συναίσθημα "χορτασμού", όταν αντιληφθώ πως έχω καταφέρει να επικοινωνήσω πάνω σε ένα ζήτημα με έναν εντελώς απροσχημάτιστο τρόπο, νοιώθοντας αυτή την επικοινωνία σαν μία "ανηλεή" εφόρμηση (επειδή δεν μου ζητάει την άδεια, αλλά και επειδή έχει καταφέρει να μην πετιέται έξω κλωτσηδόν) "μέσα από μία χαράδρα, φτάνοντας βαθιά μέσα στα σωθικά μου", είναι αδύνατο να περιγραφεί, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί η "απόλαυση" στη μεταψυχολογία του Lacan.

Θα σας παραξενεύει το ύφος μου, όμως αυτό στηρίζεται σε ένα μετασχηματισμό του ασύνειδου ονειρέματος -κατά την ώρα της γραφής- σε εικόνες, που έπειτα ανασυγκροτούνται σε συντάσσουσα και όχι συνταγμένη σημασιολογία στο συμβολικό. Δηλαδή σε γλώσσα που αρθρώνεται δυναμικά και όχι ως ένα ακόμη "πάροχο" για να μην πω κακέκτυπο της "μπαγιατουρίας" του πολιτισμού (όπως είχα επισημάνει για τους τ(ρ)άπερ και την τραπ τους μουσική σε κάτι φίλους ψυχαναλυτές, κυριολεκτικά "κουφαίνοντας" τους με τους νεολογισμούς μου: "Πω το είπατε το άλλο το καλό;;"). 



Όταν εγώ όμως μιλάω για "πάροχο", στη γλώσσα τη δική μου δηλαδή μιλάω γι’ αυτό που άλλοι κατονομάζουνε ως παρωχημένο. Παρωχημένες βέβαια μπορεί να είναι, λόγου χάρη, οι αντιλήψεις μας για τις λειτουργίες και τους ρόλους των φύλων, για τον απλούστατο λόγο πως δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικότητες των σύγχρονων αναγκών. Πράγματα όμως που χρησιμοποιούνται ανέκαθεν, προκειμένου να εξυπονοήσουν τις συνιστώσες της εξατομίκευσης μίας πανανθρώπινης σχέσης, ταυτόχρονα όμως να εκφράσουν έτι μία φορά το συλλογικό ασυνείδητο, δεν είναι "πάροχα", αλλά διαχρονικές αξίες και ανθρώπινες ψυχικές στρατηγικές, που επιδέχονται κατεξοχήν ψυχαναλυτικής ερμηνείας, όπως ψυχαναλυτικής ερμηνείας επιδέχεται το κάθε τι, ακόμη και το γεγονός της ώρας που κάποιος θα πάει να κ...ρήσει. Κάθε τέτοια άρνηση καθιστά κάποιον είτε προπέτη είτε περιστασιακά "μωρό". 

Η έκφραση που συνηθίζω να χρησιμοποιώ, για να περιγράψω τον τρόπο που βιώνω το παραπάνω επικοινωνιακό συμβάν και το γεγονός πως μία συγκεκριμένη σκέψη (δεν έχει σημασία εάν είναι λανθασμένη ή σωστή, αυτό είναι άλλης τάξης συζήτηση ή κουβέντα...) δεν επιδέχεται περεταίρω χειρισμό, είναι "το κοφτερό λεπίδι". Προσωπικώς διαθέτω αμελητέα γνώση και δη εγκυκλοπαιδική, με δυσκολία π.χ. εντοπίζω στο «χάρτη» τη βουλή (διότι ανήκω, κατά τρόπο αρκετά αποκλειστικό, στον ενορμητικό τύπο και είμαι άνθρωπος "των σπηλαίων", ασχολούμαι δηλαδή πρώτα με την ατομικότητα και έπειτα την κοινωνικότητα του ανθρώπου, αντίθετα με τον υπερεγωτικό τύπο) διαθέτω όμως, νομίζω, μία υπερευαισθησία στις κεραίες μου που συλλαμβάνουν την κοφτερή "γραφή". 

Η αλήθεια είναι πως νοιώθω πως διαθέτω μία παραλληλία στον γλωσσικό μου προγραμματισμό (όχι όμως το ακριβώς παραπάνω) με μία κατηγορία επαγγελματιών, τους μηχανικούς, αλλά και τους φυσικούς, οι οποίοι κατανοούν από το hardware τι γίνεται στο software (πράγμα το οποίο αποπειρόμαστε και εμείς η ψυχολόγοι), αντίθετα πχ με τους μαθηματικούς που γενικά τους αντιλαμβάνομαι ως φιλοσόφους "αεριτζήδες". Συζητούσα λοιπόν με ένα φίλο μου, τον Γ., τοπογράφο μηχανικό, κάτι που πολλές φορές έχω ακούσει, "γνωρίζω πως κάποια ώρα θα πεθάνω, αυτό όμως δεν με αποτρέπει από το να προσπαθώ, να ελπίζω και να ζω". Θα πρότεινα λοιπόν να επεξεργαστούμε το ενδεχόμενο ο συλλογισμός αυτός να μην είναι ισχυρός: 


Εάν βρισκόσασταν μέσα σε ένα αεροπλάνο και βλέπατε το έδαφος να πλησιάζει το αεροπλάνο σας με μία "ταχύτητα φωτός", αυτό το οποίο θα κάνατε, θα ήταν να σπεύδατε να χαιρετήσετε όσους πολυαγαπάτε ή ποθείτε και όχι να μπείτε σε μία διαδικασία προσπαθειών αποτροπής και ελπίδας, που θα ήτανε για εσάς κάτι ακόμη πιο καταστροφικό. Και τούτο διότι το άγχος που θα βιώνατε θα σας στερούσε την απαραίτητη και απαιτούμενη ψυχραιμία των τελευταίων σας στιγμών πάνω σε αυτή τη "γη". 

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος κάποια πράγματα τα βιώνει εμπειρικά, κάποια άλλα τα συναγάγει μέσα από συλλογισμούς ή μέσα από τις εξωτερικές συμπεριφορές των "αντικειμένων" και άλλα εξαιτίας των στατιστικών εμπειρικών δεδομένων

Επί τη ευκαιρία, να κάνω μία μικρή θεωρητική παρέμβαση: Οι επαγγελματίες των ανθρωπιστικών επιστημών τείνουμε πολύ συχνά να προσαρμόζουμε τα εμπειρικά δεδομένα στη θεωρία και όχι τη θεωρία στα εμπειρικά δεδομένα. Αυτό έχει ως επίπτωση και γενικά ως συνέπεια να εισερχόμαστε μέσα σε μία φαινομενολογία που δεν συνδέεται με την πραγματικότητα και έτσι να χάνουμε σημαντικές πληροφορίες, πράγμα που μας απομακρύνει από το να καταφέρνουμε να χειριζόμαστε με επάρκεια τα δεδομένα ενός σχεδιασμού. Πρακτικά αυτό συνεπάγεται, επί παραδείγματι, πως ένας επαγγελματίας θα έχει καλύτερο αποτέλεσμα, εάν αξιοποιεί τους ανθρώπους περισσότερο σύμφωνα με τις ικανότητές τους και λιγότερο σύμφωνα με τις "ανάγκες" τις δικές του. Οι ανάγκες αυτές θα πρέπει εξίσου να επαναπροσδιορίζονται και ως προς το περιεχόμενό τους αλλά και ως προς τις στρατηγικές που εξευρίσκονται, ώστε τούτες να ικανοποιηθούν, ανάλογα με τη φάση και την πραγματικότητα μέσα στην οποία ο επαγγελματίας αυτός πορεύεται, ώστε να μην καταλήξει να ματαιοπονεί. Και εδώ κλείνει αυτή η παρένθεση. 

Συνεχίζοντας λοιπόν από το πιο πάνω θέμα, ο ανθρώπινος εγκέφαλος γνωρίζει πως είναι το "υπάρχειν", επειδή υπάρχει, γιατί εάν δεν υπήρχε με ποια φυσική σκευή θα αντιλαμβανόταν το "υπάρχειν"; Δηλαδή, όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει δεν "πηγαίνει σε ένα άλλο κόσμο", απ' όπου μπορεί να δει κάτι, αυτή είναι μία ενσυνείδητη και ασυνείδητη εφεύρεση του ανθρωπίνου εγκεφάλου, προκειμένου να χειριστεί τα στατιστικά εμπειρικά δεδομένα, τα μόνο που αποδεικνύουν ότι ένας άνθρωπος κάποια ώρα θα πεθάνει. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος γνωρίζει αυτό που του συμβαίνει, δηλαδή πως το να ζει ο άνθρωπος σημαίνει πως πονάει, αγαπάει, ερωτεύεται, δημιουργεί, καταστρέφει. Είναι φύσει φτιαγμένος να χειρίζεται τα δεδομένα της ζωής, διότι είναι υλικός. Το τι είναι θάνατος λοιπόν, αυτό είναι κάτι που δεν το γνωρίζει, αλλά είναι κάτι που το συμπεραίνει, όταν βλέπει τα πλάσματα δίπλα του να παύουνε να λειτουργούνε. Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την κατάσταση του θανάτου, αφού δεν μπορούμε να τη βιώσουμε, ούτε την έννοια του θανάτου και ακριβώς γι’ αυτό δεν φοβόμαστε το θάνατο, αλλά τον πόνο που ενδέχεται να προηγηθεί, όσο και την απώλεια αυτουνού που μετά θα πάψει δίπλα μας να λειτουργεί. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν αποδέχεται ποτέ το θάνατο, γιατί απλά δεν τον γνωρίζει. Ό,τι ακριβώς δηλαδή βιώνει το μωρό παιδί με την απουσία της μητέρας. Το τι είναι θάνατος είναι κάτι που το "μαθαίνει" εν καιρώ. 


Ίσως λοιπόν με αυτή την έκφραση, ήτοι "γνωρίζω πως κάποια ώρα θα πεθάνω, αυτό όμως δεν με αποτρέπει από το να προσπαθώ, να ελπίζω και να ζω", αυτό που περισσότερο επιδιώκουμε να επιτύχουμε είναι να κρύψουμε τον "δονκιχωτισμό" μας (ως άλλοι μ...ες), πίσω μάλιστα από μία μάσκα που στους άλλους επιτρέπουμε να μας φορέσουνε, δηλαδή τον "δουνζουανισμό", και έτσι να προστατεύουμε τον "ευάλωτο" ψυχικό μας κόσμο από τις βολές και τις επιθέσεις των διεστραμμένων και εν γένει των εχθρών της ανθρωπότητας, αλλά επίσης και του κόσμου όλου. Εμένα προσωπικά μου είναι ιδιαιτέρως προσφιλείς οι θαρραλέοι Δον Κιχώτες, γιατί είναι άνθρωποι καλοί, αρκετά αγνοί, δημιουργικοί και δοτικοί και όχι οι Δον Ζουάνηδες, οι οποίοι μου έχουνε φανεί αρκετά δειλοί και αμυντικοί "συμφεροντολόγοι". 

...μην κρύβετε λοιπόν τον δονκιχωτισμό σας, μία τέτοια προσπάθεια ενδέχεται να "απελπίσει" έτι περισσότερο τον "κόσμο" γύρω σας (που είναι ήδη, μέσα σε αυτό το τρι...δελο που ζει, απελπισμένος), όπως θα απέλπιζε όλους μας, ακόμη και εσάς, η ανυπαρξία ενός Julian Assange και ενός Θανάση Βέγγου (αλλά και τόσων άλλων…) !



© 2024 Ελένη Κανακάκη, Ψυχολόγος

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

Νέες μεθοδεύσεις στην ψυχανάλυση,

«Η παρακολούθηση του συμπτώματος»

Το ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο συνιστά το μόνο ασφαλή τόπο που έχουμε εφεύρει και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, ώστε να εκφραστούν και εν δυνάμει να εκτονωθούν όλες οι συναισθηματικές παρεκβάσεις της ψυχοθεραπευτικής δυάδας. Πρόκειται δηλαδή για τον χώρο του διυποκειμενικού όπου η μεταβίβαση του θεραπευόμενου και η άυλη αντιμεταβίβαση του αναλυτή μετατρέπονται σε ένα διυποκειμενικό συμβάν που πραγματώνει και «κανονικοποιεί» μέσα σε ένα «εμπλεκόμενο» τις ατομικές ιστορίες του υποκειμένου και του αντικειμένου ή του αντικειμένου και του υποκειμένου της θεραπευτικής δυάδας.

Μία τέτοια θεώρηση μας βοηθάει όχι μόνο να βλέπουμε καλύτερα το όλον και να ξεφεύγουμε από παροδηγητικές μονοσήμαντες ερμηνείες των ρόλων της θεραπευτικής δυάδας, αλλά ακόμη περισσότερο να βλέπουμε και να κατανοούμε αρτιότερα το ενδοψυχικό βάθος του υποκειμένου, όσο και να χειριζόμαστε αποτελεσματικότερα το σύνολο των συμπτωμάτων που παρέχουν αρνητική νοηματοδότηση στο υποκείμενο, όταν αυτό αφήνεται έρμαιο στην τύχη του, δηλαδή στους «δαίμονες» που έχουν ανδρωθεί από την καταβολή του και κυκλοφορούνε τόσο μέσα όσο και έξω από αυτό.

 Edvard Munch

Οι άνθρωποι που έρχονται για θεραπεία σε εμάς μας έχουν επιλέξει και οι άνθρωποι που εμείς θα αναλάβουμε τελικά για θεραπεία, είναι εκείνοι που εμείς έχουμε εξίσου σταδιακά επιλέξει. Μπορούμε λοιπόν από αυτό να κατανοήσουμε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Πως το θεραπευτικό ταίριασμα είναι σαν το ρούχο που ποτέ δεν είχες φανταστεί πως τόσο πολύ σου πάει. Η θεραπευτική αγάπη που καλλιεργείται έτσι σταδιακά στο μεταβατικό χώρο του πλαισίου, δηλαδή στο χώρο ανάμεσα στα μέλη της θεραπευτικής δυάδας έχει στο βάθος της τις ανάγκες που με κάποιον τρόπο θα εκπροσωπηθούν και θα δημιουργήσουν μία νέα δυναμική και τάξη πραγμάτων για την οποία μπορεί να γίνει ένας επιστημονικός διάλογος και να ενισχυθεί η κλινική πράξη και η πρακτική της ψυχοθεραπείας.

Μία σημαντική μεθόδευση που αποκτά κυρίαρχο ρόλο στην κλινική πράξη και απορρέει ως σύλληψη από τη λειτουργία του θεραπευτικού κλίματος, δηλαδή από τη λειτουργία του μεταβατικού χώρου της θεραπευτικής δυάδας συνιστά «η παρακολούθηση του συμπτώματος» που θα οδηγήσει ακόμη και σε «σπασίματα» στο όριο του πλαισίου, αλλά ποτέ δεν θα το «ξεχειλώσει», ώστε να απισχανθούν τα συναισθηματικά και κοινωνικά όρια μεταξύ των δύο υποκειμένων.

Αυτή την έννοια την έχω εισηγηθεί εγώ, όμως η καταβολή της είναι ξεκάθαρη από το χώρο της Πειραματικής Ψυχολογίας, εδώ βέβαια αποπειρώμαι να αναδείξω τη συμβολή της στην έρευνα του ενδοψυχικού και όχι ως αυτόνομη πρακτική που βασίζεται σε κάποια θεωρία. Η ενδοψυχική έρευνα καλείται να αποδώσει τα νοήματα του υποκειμένου και τα νοήματα που λανθάνουν στο γνωστικό (διανοητικό ασύνειδο ή απλά αυτόματες σκέψεις), στις κοινωνικές πρακτικές, στα σωματικά συμπτώματα και τις εκδραματίσεις του. Η παρακολούθηση του συμπτώματος παρέχει ένα συνεχές, τόσο σταθερό όσο και δυναμικό «κράτημα του Winnicott» για την υποστήριξη της ζωής του υποκειμένου αλλά και για τον έλεγχο και τη σταδιακή άρση όλων των παραπάνω περιγραφέντων που στη γνωσιολογία τη δική μου καλούνται «το σύμπτωμα» και τα οποία επαληθεύουν τα νοήματα εκείνα που κρατάνε δέσμιο το υποκείμενο σε μία ρηχή και τάλαινα ζωή.

 Edvard Munch

Σε αυτή τη νέα προσαρμογή της ψυχοθεραπείας δεν γίνεται πλέον απαιτητή μόνο η εκπαιδευτική ανάλυση και η ενδοψυχική διερεύνηση του ίδιου του θεραπευτή, αλλά και η λειτουργία της εποπτείας η οποία μπορεί να ξεφύγει από το μονοσήμαντο συμβουλευτικό ρόλο και να δημιουργήσει μία προσομοίωση (και μόνο!) της φροντιστικής δυάδας στην οικογένεια του θεραπευόμενου, εφόσον βέβαια αναλύονται και ερμηνεύονται τα όρια που χωρίζουν το θεραπευτικό πλαίσιο από την πραγματικότητα του υποκειμένου, προκειμένου το τελευταίο πραγματικά να βοηθηθεί. Με τη λειτουργία δηλαδή της εποπτείας με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται μία ειδική συναισθηματική συμμετοχή του επόπτη (πράγμα που καθιστά την ατομική θεραπεία κατά ένα μέρος και ομαδική) όσο και ένα ευρύτερο, αρτιότερο και ισχυρότερο θεραπευτικό πλαίσιο για τον θεραπευόμενο.

Η παρακολούθηση του συμπτώματος απαιτεί μία νέα προσαρμογή του αναλυτή (ψυχολόγου ή ψυχίατρου) ψυχοθεραπευτή, όσο και κάθε ψυχολόγου ή ψυχιάτρου ψυχοθεραπευτή, επειδή προϋποθέτει (για τον δεύτερο μιλώντας) μία επαρκέστερη ενδοψυχική διερεύνηση εντός του θεραπευτικού πλαισίου, που ακόμη και όταν αυτό δεν συνιστά το κυρίαρχο εργαλείο εκάστου ψυχοθεραπευτή, πρέπει όμως να εισέρχεται στη θεραπευτική διαδικασία. Η νέα αυτή προοπτική που ανοίγεται, ειδικότερα μιλώντας τώρα, στον αναλυτή τον βγάζει έξω από το πλάνο του «λύκου της στέπας» και την ειδική του, ναρκισσιστική μοναξιά και τον εντάσσει σε μία κοινωνικότητα που περιλαμβάνει αρτιότερα τη θεραπευτική δυάδα, τον πραγματικό κοινωνικό  κόσμο και το στενό περιβάλλον του ψυχαναλυτικού υποκειμένου και όχι μόνο τις σχετικές αναπαραστάσεις (όχι παραστάσεις) στο ενδοψυχικό του ανθρώπου αυτού, κάνοντας το επιστημονικό ταξίδι του αναλυτή μακρόβιο και ονειρικό.

 Edvard Munch


  …καλώς ή κακώς δεν μπορούμε να μένουμε ταμπουρωμένοι μέσα σε ένα γραφείο και πίσω από μία θεωρία, όταν ο κόσμος γύρω μας ψυχορραγεί…

…είναι κραυγαλέα πλέον η ανάγκη να κρατάμε βαθιά μέσα στο «βλέμμα και τη σκέψη» μας τον άνθρωπο εκείνο που λίγο πιο πέρα σπαρταρά και που του αξίζει να σωθεί… και που για να καταφέρει να εμπεδώσει αυτή του την αξία, απαιτείται πλέον στις 'μέρες μας μία νέα πρακτική...

 

Αυτό το άρθρο είναι αφιερωμένο στο Τμήμα Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ έναν από τους κατ' εξοχήν χώρους γένεσης της επιστημονικής αλήθειας και γνώσης, με την εφαρμογή μίας επιστημονικής πολυφωνίας, και έναν χώρο που μαζί με τους όμοιούς του πρέπει να διαφυλαχθούν, ακόμη περισσότερο όταν οι πολιτικές διαστροφές «θέλουν» να καθοδηγήσουν σε σοβαρή υποβάθμιση του ρόλου του στη διαμόρφωση της υγιούς ψυχονοητικής λειτουργίας και συμπεριφοράς του ανθρώπου και πολίτη.

 

 © 2022 Ελένη Κανακάκη, Ψυχολόγος

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου

Αυτός ο στίχος από το θαυμάσιο ποίημα του Διονύση Καψάλη «Μέρες Αργίας» έρχεται ωραιότατα να συνδεθεί, στο βάθος της προβληματικής του η οποία μάλλον αφορά στο δίπολο του έρωτα και του θανάτου, με το ζήτημα της απαρτίωσης, της ειρηνικής δηλαδή βίωσης του «αντικειμένου» ως κάτι πολυσήμαντο, τόσο μέσα στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, όσο και κατά την αλληλεπίδρασή του με τον άλλο άνθρωπο στην καθημερινή ζωή του. Όταν μιλάμε για το αντικείμενο, αναφερόμαστε στις πρωταρχικές επενδύσεις του βρέφους στο φροντιστικό ή στα φροντιστικά πρόσωπα, εξίσου και στις κατοπινές, διαφυλικές κυρίως επενδύσεις του, οι οποίες θα υποδεχθούν τις μεταβιβάσεις του από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα φροντίδας. Το ακριβώς τελευταίο σημαίνει πως οι τρόποι με τους οποίους συνδεόμαστε με τα πρόσωπα φροντίδας θα καθορίσει τους τρόπους με τους οποίους αργότερα θα συνδεθούμε με τα υπόλοιπα πρόσωπα του στενού κυρίως αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντός μας.

Το ζήτημα του διπόλου της «αγάπης» από τη μία, όταν αυτή φλερτάρει με κάποιες μεταφυσικές διαστάσεις της ζωής, και της «καταστροφής» ή του θανάτου από την άλλη, ως επίπτωση της εγκατάλειψης ή σε ένα υπαρξιακό επίπεδο της απωλείας θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο της πιο πάνω αναφερθείσας προβληματικής. Μίας προβληματικής που στο χώρο μου συναντάται κυρίαρχα, κατά τη γνώμη μου, σε εκείνες τις δυσκολίες που αφορούν ευθέως στη σύναψη στενών κυρίως σχέσεων αγάπης, όπως επίσης και φιλίας.

Edvard-Munch

Όταν το πρωταρχικό φροντιστικό πρόσωπο πάσχει από ένα πανίσχυρο ναρκισσιστικό έλλειμμα, ώστε στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους να προσπαθεί σχεδόν πάντα να πραγματευτεί από τη μία το ζήτημα της σημαντικότητάς του και από την άλλη την αποφυγή της ναρκισσιστικής κατάρρευσης, τότε αυτό το πρόσωπο δεν μπορεί παρά να επιδεικνύει μία αμφίθυμη συμπεριφορά απέναντι στο βρέφος, η οποία αφορά στην εναλλαγή μεταξύ μίας μάλλον υπερβολικής (ψευδούς), αλλά ρηχής συναισθηματικής έκφρασης απέναντι στο βρέφος από τη μία και μίσους και παραμέλησης από την άλλη. Αυτό σημαίνει πως το ναρκισσιστικό φροντιστικό πρόσωπο λιγότερο εκφράζει αυθεντικό θετικό συναίσθημα απέναντι στο βρέφος ή συντονίζεται και αλληλεπιδρά θετικά μαζί του, αλλά περισσότερο κάνει χρήση ακόμη και του βρέφους, προκειμένου να εξιδανικεύει τον εαυτό του και να αντλεί αναγκαίες ναρκισσιστικές απολαύσεις, ενώ παράλληλα τείνει να προστατεύει την ύπαρξή του ακόμη και από τις ανάγκες, τρόπον τινά τις «επιθέσεις» του βρέφους, που εκλιπαρεί ή αιτείται της κατάλληλης ή ιδιαίτερης προσοχής.

Το ναρκισσιστικό λοιπόν φροντιστικό πρόσωπο αδυνατεί να εμπεριέξει το βρέφος, να παραλάβει δηλαδή τις επιθυμίες, τους πόνους, τα παράπονα και τα κλάματά του, να τα κρατήσει, να τα ανακουφίσει και να τα επιστρέψει πίσω στο βρέφος μεταβολισμένα, δηλαδή επεξεργασμένα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το βρέφος να καταφέρει να τα χρησιμοποιήσει τόσο για τη δική του ονειροπόληση, η οποία το βοηθάει να κρατάει το αντικείμενο μέσα του μόνιμο και σταθερό, όσο και στο πλαίσιο της αμοιβαίας αδιάληπτης και περιοδικής, αναπόλησης μεταξύ του ιδίου και του πρόσωπου φροντίδας, κατά τη διάρκεια των αναπτυξιακών φάσεων της ζωής του.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το βρέφος να βιώνει κατ’ αρχάς μία αμφίθυμη μητέρα, μία μητέρα δηλαδή την οποία μεν χρειάζεται, παράλληλα δε αδυνατεί να εμπιστευτεί, οπότε, η υπέρτατη ανάγκη να αγαπηθεί από μία υπέρκαλη μητέρα υποσκάπτεται από το φόβο να εξαρτηθεί από μία τρομαχτική μητέρα και τούτη η αντίφαση θα ενταχθεί σε ένα εξελισσόμενο μοτίβο ζωής στην ενήλικη ζωή. Κατά δεύτερο λόγο, το βρέφος θα ταυτιστεί με τις προβολές του φροντιστικού προσώπου, οπότε θα βιώνει όλο και περισσότερο τον εαυτό του με το πέρασμα του χρόνου ως κάτι καλό αλλά και ταυτόχρονα ως κάτι κακό, ως κάτι που θα ήταν δηλαδή εφικτό να αγαπηθεί (amandum), αλλά ταυτόχρονα και ως κάτι ένοχο, ανάξιο και κακουργηματικό. Αυτό το τελευταίο θα εξελίξει το μοτίβο των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών του μετέπειτα εφήβου και ενήλικα, ο οποίος, για να αποφύγει τις διενέξεις με το υπερεγώ του και να προστατεύσει συνεπώς το «καλό κομμάτι της ζωής», θα επιτίθεται με διάφορους τρόπους στον κακό του εαυτό. Η πραγματοποίηση αυτοκαταστροφικών πράξεων, εξαιτίας των ασύνειδων αρνητικών φαντασιώσεων για τον εαυτό (εκδραμάτιση) απαλύνεται με την εξιδανικευτική, για τον εαυτό, φαντασίωση ενός θριαμβεύοντα οσιομάρτυρα που αιμορραγεί.

Edvard-Munch

Η βίωση όμως της αγάπης και της απωλείας με τρόπους μη λειτουργικούς φαίνεται πως προϋποθέτει άλλη μία συνθήκη που αφορά στο πρόσωπο που επιτελεί έναν ρόλο πατρικό, το οποίο, λόγω της δικής του ψυχοπαθολογίας (ψυχωσικού τύπου), ξεφεύγει από τα όρια της δική του ύπαρξης, για να διεισδύσει ακατάλληλα στο χώρο του παιδιού. Και τούτο ακριβώς συνιστά την «αποπλάνηση». Η αποπλάνηση εδώ δεν αφορά στη σεξουαλική καθυπόταξη του παιδιού, αλλά στην παραβίαση ή τη διάρρηξη των διαφορετικών ορίων που βρίσκονται ανάμεσα στη ζωή του παιδιού και του πατέρα και στην παραβίαση συνεπώς του «χώρου» του παιδιού εξαιτίας της ψυχωσικής καχυποψίας του πατέρα, απέναντι όχι μόνο στους άλλους ανθρώπους, αλλά εξίσου στο παιδί. Πρακτικά η παραβίαση αυτή υλοποιείται, όταν ο κηδεμόνας αυτός μεταχειρίζεται το παιδί του σαν να πρόκειται για αντικείμενο (κτήμα) δικό του, εισβάλει δηλαδή αδιάκριτα στα φυσικά περιβάλλοντα του παιδιού ή/και στο συναισθηματικό και διανοητικό του κόσμο (με λεκτικές και μη λεκτικές «διερευνήσεις» που το κάνουνε να νιώθει οδύνη και ντροπή), καθοδηγεί περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά την ταύτιση του παιδιού με τον δικό του ψυχικό κόσμο, ενώ το φυλακίζει κάτω από την εποπτεία του, μέσα σ’ ένα χαρέμι ανθρώπων που θεωρεί «δικούς» του και πως μπορεί να διοικεί. Η θυματοποίηση αυτή θα εξαναγκάσει το παιδί να αγαπήσει ασυνειδήτως τον πατέρα, προκειμένου να τον αντέξει και να τον ανεχτεί, όμως θα προκαλέσει εξίσου την έγερση ενός αμυντικού μηχανισμού διεύρυνσης της «αποπλάνησης» αυτής, σύμφωνα με την οποία (διεύρυνση) το παιδί και ο μελλοντικός έφηβος και ενήλικος θα προσπαθεί πάντοτε να χειραγωγεί ανθρώπους -δυνητικά και κατά τις φαντασιώσεις του- πανίσχυρους και απειλητικούς, πράγμα που εμπλουτίζει κατά συνέπεια το πιο πάνω μοτίβο ζωής.

Μετά απ’ όλα αυτά, ο μελλοντικός ενήλικος τείνει να μπαίνει σε σχέσεις με ανθρώπους, όχι από εκείνον προσιτούς, τους οποίους εξιδανικεύει, προκειμένου να τους αντέχει και ασυνειδήτως να τους χειραγωγεί, για τους οποίους δημιουργεί φαντασιώσεις που περιλαμβάνουν μία μεταφυσική και άνευ όρων έκφραση, από μεριάς τους προς αυτόν, αγάπης, στήριξης και ανοχής, στη βάση μίας αμοιβαίας αποπλάνησης και αναζήτησης, εκ μέρους του, μίας αγάπης που έτσι και αλλιώς αδυνατεί να ανεχθεί…

Edvard-Munch

Η ποιητική λοιπόν λαχτάρα για μία αρχέγονη αγάπη αντικατοπτρίζει την ανάγκη για μία αρχαϊκού τύπου αγάπη. Πρόκειται δηλαδή για μία αγάπη που έχει αποδράσει ακατάλληλα μέσα στο αναπτυξιακό ταξίδι ενός ανθρώπου, ο οποίος απλά λιμοκτονεί γι’ αυτό που πρώιμα έπρεπε, αλλά δεν έγινε εφικτό να του δοθεί. Η ποιητική εξίσου λαχτάρα για μία ανυπέρβλητη αγάπη αντικατοπτρίζει την ανάγκη για μία αγάπη που δεν διαθέτει όρια μεταξύ των ερωμένων. Όμως πρόκειται για μία αγάπη με αιμομικτικά στοιχεία σε επίπεδο πάντα ψυχικό, για μία αγάπη συγχωνευτική, μέσα στην οποία αίρεται η αυτονόμηση του υποκειμένου. Η ποιητική λοιπόν αυτή αγάπη γίνεται μία αγάπη που περιλαμβάνει μία θεμελιώδη αντίφαση που την καθιστά ολότελα μη εφικτή, όχι όμως μόνο εξαιτίας της αντίφασης αυτής.

Η ταύτιση του ανθρώπου αυτού με την πλευρά της μητέρας, η οποία έχει μισήσει και γι’ αυτό έχει παραμελήσει το παιδί της, η ταύτιση εξίσου με τον ψυχωσικά καχύποπτο πατέρα, που προβάλει το δικό του φθόνο στους άλλους αντιμετωπίζοντάς τους έτσι ως δυνητικά κακούς, έχει προξενήσει στον άνθρωπο αυτό ένα μίσος για την ίδια του την ύπαρξη, που μετατράπηκε σε μίσος για τον άλλο και ξανά κατόπιν σε μίσος για τον εαυτό. Δεν γίνεται ποτέ να μισηθεί ο άλλος, εάν δεν έχει προϋπάρξει βίωμα μίσους για τον εαυτό, το οποίο έχει «στοιχειοθετηθεί» μέσα στην οικογενειακή ζωή. Το μίσος για τον άλλο είναι δυνατόν να εξεγείρει το υπερεγώ, πράγμα που θα οδηγήσει το μίσος αυτό σε επαναστροφή, δηλαδή στην επιθυμία του ίδιου του ανθρώπου για έναν «θάνατο (του) λυτρωτικό».

…το θάνατο του οσιομάρτυρα που θριαμβεύει προξενώντας τιμωρητικά οδύνη σε εκείνον που δρα ματαιωτικά… σ’ εκείνον που θα ‘ρθεί, την ώρα που σπαράσσεται το φως του…

Διάφανα Κρίνα_Μέρες Αργίας

…λατρεύω τον κλάδο μου, έτσι όπως «ανακάλυψα» το αντικείμενο ερεύνης του τόσο κατά την ακαδημαϊκή μου εκπαίδευση, όσο και κατά την ερωτική, θα έλεγα, επαφή μου με την ψυχαναλυτική “ψυχή”. Και θεωρώ πως έχω επιβεβαιώσει πάνω απ’ όλα κατά την πορεία μου αυτή αυτό που πάντοτε πίστευα ως θεμελιωδώς πραγματικό,

πως τίποτε δεν δύναται να αναπτυχθεί και τίποτε δεν γίνεται ν' ανθίσει, εάν δεν αποφασίσει ο άνθρωπος πρώτα απ' όλα να κοιτάξει κατάματα τους προσωπικούς του μύθους και έπειτα να τους σκεφτεί... και κάτι να τους κάνει...

η αλήθεια είναι η κατ' εξοχήν οδός προς τη σωτηρία…ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το όνειρο είναι η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο…


Καλό σας βράδυ !

© 2022 Ελένη Κανακάκη, Ψυχολόγος