Κυριακή 27 Μαΐου 2012

1β. ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ

Στο προηγούμενό μου κείμενο προσέγγισα και επεξεργάστηκα, σε κάποιο βαθμό, την έννοια του ναρκισσισμού. Και αυτό το οποίο συμπέρανα είναι ότι ο σταδιακός  διαμελισμός του «εγώ», για τον οποιοδήποτε λόγο, οδηγεί στη διαμόρφωση ναρκισσιστικών μορφωμάτων, το είδος, η ένταση και το βάθος των οποίων ποικίλλει, καθώς συναρτώνται με πλείστες παραμέτρους της ζωής του ανθρώπου. Είμαι σίγουρη ότι αν ερευνήσουμε το χώρο των σωματικών ασθενειών, θα εντοπίσουμε αντίστοιχες λειτουργίες του οργανισμού, ενώ αν επιδιώξουμε μία εικονιστική αναφορά σε αυτά, θα μιλάγαμε είτε απλά για εσωτερικούς ογκόλιθους, είτε για βαθιά χάσματα, είτε τέλος για μια άβυσσο μέσα στην οποία καταβαραθρώνονται, συνθλίβονται και διαλύονται τα πάντα.  Εδώ, η εξουσιαστική πραχτική που κατευθύνεται προς τον εξωτερικό κόσμο, στην όποια της έκφραση, δεν είναι κάτι παραπάνω από μια εφηβική ανταρσία ενάντια σε έναν ανελαστικό κηδεμόνα, ένα συχνά «αδυσώπητο και έκφυλο «Υπερεγώ» που θα κουβαλάει ως εγκυμονούσα για πάντα μέσα του. Αυτός ο ανελαστικός κηδεμόνας δεν είναι άλλο τι παρά η σύνθλιψη του εαυτού, ή εξάρτηση και ο ετεροκαθορισμός του και όσο το άτομο θα χρησιμοποιεί ως μέθοδο επανάστασης και απαγκίστρωσης την εξουσιαστική πραχτική, τόσο περισσότερο θα βουλιάζει και θα συνθλίβεται εν αγνοία του κάτω από το βάρος του αδυσώπητου υπερεγώ. Θα λέγαμε λοιπόν χαρακτηριστικά ότι «η βία φέρνει βία». Η βία δηλαδή ενάντια στον εαυτό, γεννάει ένα  βίαιο υπερεγώ ως αντιστάθμισμα της απώλειας. Αυτό με τη σειρά του θα εκκολάψει βίαιες (καμουφλαρισμένες ή μη) συμπεριφορές, που θα κατευθυνθούν όμως στο εξωτερικό περιβάλλον, προκειμένου αφενός να επαναστατήσει ενάντια στο υπερεγώ (όπως το παιδί ενάντια στον κηδεμόνα του) και αφετέρου να πληρώσει το κενό της απωλείας. Και όσο η επανάσταση αυτή θα διαφεύγει της προσοχής και του ελέγχου του ατόμου, τόσο περισσότερο θα εκπληρώνει τους όρους ύπαρξης και λειτουργίας του «Δημιουργού» της και θα βαθαίνει την υποταγή, αλλά και την ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΟΥ ΣΕ ΑΥΤΟΝ, διοχετεύοντας την επαναστατική του διάθεση σε αποπροσανατολιστικά κανάλια, ενώ θα έπρεπε να την στρέψει ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ και για την ακρίβεια ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΟΡΩΝ που συντηρούν και εξελίσσουν τον εκφυλισμό του.
Εάν λοιπόν η επανάσταση αυτή (λόγω εξωτερικών συνθηκών) αποτύχει, οδηγεί στη δεύτερη ψυχολογική πρακτική «τον ψυχαναγκασμό», ως τη μόνη πια δυνατή και επιθυμητή λύση, που έτσι και αλλιώς έχει προαναγγελθεί από την προηγούμενα διαπιστούμενη ανάγκη για «υποταγή στον Δημιουργό». Θυμάστε το «κακομοίρικο» ύφος του άλλοτε αγέρωχου Stross Kahn, μετά τα γεγονότα της σύλληψης και έχοντας παραδοθεί υποταχτικά στη μοίρα του, στη μοίρα του αδυνάμου; Αυτό το οποίο λοιπόν πιστεύω, είναι ότι ο ψυχαναγκασμός είναι μία πιο έκδηλη έκφραση της «μαζοχιστικής λειτουργίας» διατηρώντας όμως τώρα πια στο άλλο άκρο, ως υποκρυπτόμενο το σαδισμό.  Όπως έχω ήδη προείπει, το δίπολο «σαδισμός-μαζοχισμός» θεωρώ πως ενυπάρχει ως ενιαίο σύνολο στην αυτή οντότητα. Αυτό σημαίνει (όπως έχω ήδη εξηγήσει) ότι το άτομο που κινείται στο άκρο του σαδισμού, έχει εξορισμού υποταχτεί στην αδυναμία του έχοντας εκδηλώσει έτσι μία καμουφλαρισμένη μαζοχιστική λειτουργία. Ενώ το άτομο που κινείται στο άκρο του μαζοχισμού γλύφει, φλερτάρει και χαϊδεύει την εξουσία και εποφθαλμιά την εκπορευόμενη από αυτήν ισχύ. Και υποτασσόμενο τώρα στο «αδυσώπητο και έκφυλο «Εκείνο», εκδηλώνει την επιθετικότητά του και την ανάγκη πλήρωσης του κενού της απωλείας μέσα από την ψυχαναγκαστική πράξη. Ανάλογα λοιπόν με τις περιστάσεις της ζωής και την ιδιοσυγκρασία, το άτομο δύναται να κινείται σταθερά σαν το «Gollum» από το ένα άκρο στο άλλο, σε μία ατέρμονα διαδρομή μέχρι την ολοκληρωτική εξάντληση ή τα βαθιά γεράματα. Οι σχετικοί με το χώρο, ας ανακαλέσουν και τις έννοιες του Piaget «αφομοίωση» & «συμμόρφωση» και ας κάνουν μία αναγωγή αυτών που λέω πάνω σε αυτές τις έννοιες και θα εξάγουν πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αλλά ας αναλύσουμε καλύτερα την ψυχαναγκαστική λειτουργία.
Αυτό που εγώ εννοώ όταν αναφέρομαι στην έννοια ψυχαναγκασμός είναι εμμονές, που δεν έχουν δημιουργικό χαρακτήρα, δεν εξελίσσουν δηλαδή μία κατάσταση και κατ’ επέκταση δεν δραπετεύουν, δεν επεκτείνονται έξω από τα αυστηρά όρια του εαυτού. Η συστηματική ενασχόληση ας πούμε με μία τέχνη, ή με μία επιστήμη, ή με κοινωνικά ή άλλα πράγματα δύναται να διευρύνει τις εμπειρίες και τις γνώσεις του ανθρώπου και να διευκολύνει την κίνηση του μέσα και έξω από αυτόν. Και θα σας προέτρεπα τους πονηρούτσικους, να μην κάνετε σεξουαλικούς συνειρμούς αναφορικά με την προηγούμενη διατύπωση, αν και μην νομίζετε ότι το σεξ διαφέρει πολύ από τα ακριβώς προηγούμενα και εξ’ άλλου κάτι τέτοιο στους χώρους μας, δεν είναι καθόλου απαγορευτικό ούτε από ψυχοσυναισθηματικής άποψης ούτε από φιλοσοφικής ούτε και από σημειολογικής. Απεναντίας! Για να επανέλθουμε λοιπόν, θα λέγαμε χαρακτηριστικά ότι έτσι δημιουργείται μία συνθήκη όσμωσης και ανταλλαγής που δεν υποτάσσεται ασφαλώς στη διαστροφή των οικονομικών όρων αλλά διέπεται από την εγγενή και πρωτογενή δυναμική των πραγμάτων.
Στον ψυχαναγκασμό αυτή η δυναμική είναι κατακρεουργημένη και το άτομο έχει βουλιάξει σ’ έναν «αποξηραμένο και μονοδιάστατο εαυτό». Χωρίς ψυχή, χωρίς μυαλό, χωρίς βούληση και στόχο. Το άτομο σε αυτή τη συνθήκη, έχει «επαναστραφεί» και «καθηλωθεί» σε μία κατάσταση, που μας φέρνει στο νου «το πιο πρώιμο πλαίσιο αναγκών της ζωής του ανθρώπου», δηλαδή εκείνο το βρέφους. Εδώ η ψυχαναγκαστική πράξη γίνεται το «κέλυφος» μέσα στο οποίο το σακάτικο εγώ, αφού αποδράσει από τη ζωή, βουλιάζει και βυθίζεται μέσα του για να πραγματώσει μέσα στη φυλακή του, διαστροφικά τους όρους της ύπαρξης. Και ενώ στο βρέφος η κατάσταση της εξάρτησης είναι φυσιολογική και επιθυμητή για την επιβίωσή του, εδώ είναι υπαναχώρηση, αλλοτρίωση και εκφυλισμός. Με την ψυχαναγκαστική πράξη το ανάπηρο εγώ βρίσκει ένα καινούργιο θωρακισμένο εγώ, «που το βυζαίνει όπως το βρέφος το στήθος της μητέρας του», και μέσα στο οποίο ανακουφίζεται από τον πόνο της απώλειας, ανακτά την χαμένη ομορφιά του, την ισχύ και τη μεγαλοσύνη του και επιδεικνύει εγωιστικά τη δύναμή του. Το όλο πράγμα δηλαδή θυμίζει κάποιο είδος παραληρητικής συμπεριφοράς, που εν προκειμένω δεν δύναται να αποτελέσει στόχο της ανάλυσης.
Κατ’ αυτό λοιπόν τον τρόπο ένας «ρωμαλέος και αιμοσταγής «Καιάδας» μπορεί να μετατραπεί, εν ριπή οφθαλμού, σε ένα «φουκαριάρικο και πειθήνιο αρνάκι» όταν χάσει τα ερείσματα της εξουσίας από κάτω του και ένα «φουκαριάρικο και πειθήνιο αρνάκι» σε ένα «ρωμαλέο και αιμοσταγή «Καιάδα» όταν τα ανακτήσει. Αφού έτσι και αλλιώς αυτό που βλέπουμε να πραγματώνεται μπροστά στα μάτια μας δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ ότι η ψυχαναγκαστική φαντασίωση που ενσωματώνει και ερείδεται στην μαζοχιστική σύνδεση με τον αρχηγό. Μία σύνδεση άλογη, άψυχη, αδιαφοροποίητη, άσκοπη, αχρονική και θανατηφόρα! Και αλήθεια, τέτοια είναι. Ότι δεν μπορεί να σταθεί όρθιο και να αναπνεύσει ελεύθερα, επαναστρέφεται και βουλιάζει σιγά σιγά, διαλυόμενο και εκλιπαρώντας, στην ανακουφιστική αγκαλιά του θανάτου της συνείδησης, σαν φρούτο σε σήψη. Αν θα έπρεπε λοιπόν να εξετάσουμε την «φροϋδική ενόρμηση του θανάτου», νομίζω πως μια τέτοια αρχή είναι περισσότερο ενδεικνυόμενη. Στο βαθμό βέβαια που θα τιθασευτεί ο ανεξέλγκτος καιάδας και θα καταφέρει να φορέσει το κοινωνικό πανωφόρι του ναρκισσισμού, θα έχει πλέον περάσει και στα «σαλόνια της νομιμότητας», όπως άλλωστε έχει συμβεί με τους ομοϊδεάτες τους εγγύτερους και τους μακρινότερους...
Βέβαια το όλο πράγμα το έχω μέχρι στιγμής προσεγγίσει κάπως αφηρημένα. Ψυχαναγκαστικές εκφράσεις, κατά τη γνώμη μου, είναι ο αποθησαυρισμός, η βουλιμία, η μοιρολατρία, μάλλον κάποιες μορφές σεξουαλικής παραφιλίας και ίσως πλείστες άλλες ανθρώπινες εκδηλώσεις που καταγράφονται και πολιτογραφούνται στο χώρο των ψυχικών διαταραχών. Βέβαια όλες αυτές οι ανθρώπινες εκδηλώσεις έχουν διαφορετικό, από άνθρωπο σε άνθρωπο, βάθος, ποιότητα και ένταση και οπωσδήποτε εδώ εγώ αναφέρομαι στις πιο έντονες μορφές, προκειμένου να φωτίσω εναργέστερα και στο πλαίσιο των δικών μου δυνατοτήτων, το όλο θέμα. Ο άνθρωπος που εγκαθίσταται εμμονικά στους χώρους της ψυχαναγκαστικής επανάληψης βιώνει έναν εθισμό και μία ανοχή σ’ αυτόν, και όσο αυτός εμμένει στις επαναλήψεις του, τόσο η ψυχαναγκαστική λειτουργία αποκτά ρίζες μέσα του, δημιουργώντας διακλαδιζόμενες αναπαραστάσεις, από τις οποίες αδυνατεί να ξεφύγει.
Ας πάρουμε το παράδειγμα της μοιρολατρίας, παρ’ ότι είναι ολότελα αδύνατο να αναλυθεί εδώ με κάποια, έστω και ελάχιστη, επάρκεια. Έχω δει τη μοιρολατρία να εκφράζεται απλά ως μια συνεχή γκρίνια, για την οποία μερικές φορές φαντάζεσαι ότι δεν θα σταματήσει παρά μόνο με τη «συντέλεια του κόσμου. Άλλοτε να εκφράζεται ως προϊόν μιας αίσθησης απολυτότητας, ολοκληρωτισμού και παντοδυναμίας στα νομοτελειακά πράγματα του κόσμου και άλλοτε με τη μορφή της θυματοποίησης. Εδώ έχουμε 3 διαφορετικές εκφάνσεις του φαινομένου του συγκεκριμένου ψυχαναγκασμού και πιθανώς να υπάρχουν και άλλες. Ένας άνθρωπος δηλαδή επιλέγει να υποτάσσεται σε μία από τις πιο πάνω 3 ψυχικές νόρμες και η σύνδεση του είναι κατ’ αρχήν μαζοχιστική, αφού τροφοδοτεί το εγώ του κατά τους τρόπους που παραπάνω ανέφερα, αλλά ταυτόχρονα συνιστούν και μία επιθετική εκδήλωση αφού αυτά του τα συναισθήματα, τα εκβάλει, τα πετάει και τα φτύνει τιμωρητικά πάνω στους άλλους, όταν δεν το κάνει εναντίον του. Η ψυχαναγκαστική λειτουργία νομίζω, έχει έναν περισσότερο εσωστρεφή και δειλό χαρακτήρα, ενώ η ναρκισσιστική έναν περισσότερο εξωστρεφή, και «ιμπεριαλιστικό». Θα έλεγε κανείς ότι συνιστά, η πρώτη, την επέκταση του μικρόκοσμου στον μακρόκοσμο και συνειρμικά, εμένα τουλάχιστον, μου φέρνει στο μυαλό για άλλη μία φορά την έννοια της φρακταλικότητας.
Ακόμη και κουλτούρες ολόκληρες νομίζω πως έχουν διαμορφωθεί βάση αυτού του διπόλου. Θυμάμαι… δηλαδή δεν θυμάμαι που…. Είχα διαβάσει σε κάποιο πανεπιστημιακό σύγγραμμα, από το χώρο της φιλοσοφίας, αναφορικά με την ειδοποιό διαφορά της ελληνικής από την ανατολική φιλοσοφία: Η άποψη που εκφραζότανε κοντολογίς ήταν ότι αυτός ο πραγματιστικός και εξωστρεφής πυρήνας της ελληνικής φιλοσοφίας την εγκατέστησε περισσότερο προσπελάσιμη και προσλήψιμη από τον υπόλοιπο κόσμο, παρά την εξίσου αδιαφιλονίκητη αξία της δεύτερης. Εδώ όμως εμπλεκόμαστε και στα χωράφια του υγιούς ναρκισσισμού και κινδυνεύουμε να πέσουμε σε πλάνες.
Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να προσθέσω, πως έχω συναντήσει ανθρώπους που όταν οι συνθήκες τους το επιτρέπουν εκφράζουν μια ολοφάνερα αλαζονική συμπεριφορά, ενώ στην αντίθετη περίπτωση λουφάζουν και περιορίζονται στα δικά τους ψυχοπαθαλογικά στοιχεία, τα του οίκου τους. Άλλους που ο ναρκισσισμός τους δεν κατάφερε ποτέ να πάρει μια ξεκάθαρα εξωστρεφή μορφή και παραπαίει άλλοτε με το ένα πόδι στο ένα στρατόπεδο και άλλοτε στο άλλο. Έχω δει ακόμη και πολιτικές ιδεολογίες, που κατά την ταπεινή μου πάντα γνώμη, εκπορεύονται από την ψυχαναγκαστική πρακτική. Ιδεολογίες που αναζητούν βίαια και εμμονικά την επαναστροφή, τον απομονωτισμό, τη φυγή από τη δράση της διαπραγμάτευσης, και την επιστροφή σ’ ένα συρρικνωμένο εγώ, που πιπιλάει ηδονικά το δάχτυλό του καθώς εξαφανίζεται μέσα και κάτω από το βάρος «του παντός και του τίποτα».
Σε επόμενό μου κείμενο θα προσπαθήσω να μιλήσω για την έννοια της μετριότητας. Έως τότε να ‘στε καλά και να προσέχετε τους εαυτούς σας από τη «Σκύλλα & τη Χάρυβδη»

© 2012 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ, ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΕΣ, ΜΕΣΟΤΗΤΕΣ

1α. ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ

Η πλούσια ελληνική μυθολογία θεωρείται μάλλον αρκετά ενδιαφέρουσα στο παγκόσμιο πολιτιστικό στερέωμα… και πηγή «πολυποίκιλης αξιοποίησης ασφαλώς, γι’ αυτό και από το χώρο αυτό, συχνά μας ψυχαγωγούν με έργα αδιαφιλονίκητης καλλιτεχνικής και αισθητικής αξίας (βλέπε “Ζήνα”, Τίνα, Λίνα κ.ο.κ.) ...»!
Ο Νάρκισσος λοιπόν, ένας Ωραίος Νιος από τη Βοιωτία εθαύμαζε τόσο πολύ τον εαυτό του και την ομορφάδα του, ώστε τελικά οδηγήθηκε σε εξάντληση ή μαρασμό -ανάλογα με την εκάστοτε εκδοχή του μύθου- ή και ανικανοποίητο έρωτα γι’ αυτόν τον ίδιο και εν τέλει …  απόθανε!!
Σε προηγούμενό μου κείμενο αναφέρθηκα στις έννοιες της «ναρκισσιστικής υποταγής» και αυτής των «ψυχαναγκαστικού τύπου εκπληρώσεων». Για να ξέρουμε πάνω κάτω και που βαδίζουμε, με την πρώτη εννοούμε την «υπερβολική αγάπη» προς τον εαυτό και την ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση και κατοχύρωση των όποιων αξιών του, με δυσάρεστες όμως συνέπειες για τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ο ψυχαναγκασμός εντούτοις, μπορεί να συμπεριλάβει, απ’ όσο γνωρίζω, περισσότερες διαταραχές, ανάλογα με την εκάστοτε ψυχολογική, επιστημολογική θεώρηση. Εδώ αναφέρομαι κυρίως σε εμμονικού τύπου ευχάριστους ως προς τη βίωση τους ψυχαναγκασμούς, όπως η βουλιμία, ο αλκοολισμός, η τσιγγουνιά, η σεξουαλική παρέκκλιση, με δυσάρεστες όμως συνέπειες για τον ίδιο τον οργανισμό, αφήνοντας παρ’ αυτά, λόγω της φιλόξενης διάθεσης που χαρακτηρίζει εμάς τους έλληνες, ανοιχτή την πόρτα των διαπραγματεύσεων και σε άλλες διαταραχές.
Κάνω μια πρώτη υπόθεση ότι στη βάση των διαταραχών γενικότερα, υπάρχει μία τάση αποστασιοποίησης και εξακολουθώ :
Ως προς την ουσία τους, οι παραπάνω όροι δεν μου φαίνεται πως διαφέρουν τόσο μεταξύ τους και η διαφορά τους είναι περισσότερο εξωτερική/μορφολογική και λειτουργική. Ταυτόχρονα η διαφορά αυτή έχει να κάνει με το στοιχείο της ενεργητικότητας / παθητικότητας ή αλλιώς εξωστρέφειας / εσωστρέφειας. Αυτό σημαίνει ότι ενώ η εσωτερική δομή, αν μη τι άλλο, έχει σημαντικά κοινά σημεία (όπως η μονομανία, η επανάληψη, η αναζήτηση της ισχύος, ο εθισμός), αυτό που η κάθε μία συνεπάγεται, ως προς την άλλη, εννοεί, πέρα από τα διαφορετικά πλαίσια διαμόρφωσής τους και κάποιες διαφορές λειτουργικού τύπου αλλά και ως προς την κοινωνική αποδοχή των επακόλουθών τους. Ένα άτομο π.χ. που αποβάλει το φαγητό από ΜΕΣΑ του, δεν νομίζω πως έχει λιγότερο απορριπτικά και επιθετικά ένστικτα από ένα συμπλεγματικό ωραιοπαθές άτομο που χρησιμοποιεί τη σαγήνη ως μέσο διαφοροποίησης και ανταγωνισμού ή από ένα αρχομανές και μονομανές άτομο που συμπεριφέρεται ως «μέλισσα, βασίλισσα μέσα στην κυψέλη». Ένα άτομο που αρέσκεται στη στυγνή εκμετάλλευση  άλλων, έχει αρκετά κοινά σημεία μ’ έναν σαδιστή και μάλλον και μ’ έναν επιδειξία.
Υποθέτω λοιπόν, ότι οι ναρκισσιστικές υποταγές, συνιστούν μονοσήμαντες εξωτερικές εκδηλώσεις του μοτίβου ενός ατόμου. Όπως προείπαμε, ένα μοτίβο δεν είναι ένα πράγμα, αλλά πολλά πράγματα και για να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για μία δυναμικά κείμενη πολυεδρική οντότητα, μέσα στην οποία κάποιο είδος ναρκισσιστικής έκφρασης δύναται να καταλάβει το μεγαλύτερο χώρο. Ας σκεφτεί κανείς μία κοινωνία μέσα στην οποία συναρθρώνονται διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις με διαφορετική δυναμική. Το αποτέλεσμα και ο βαθμός της διαλεκτικής συσχέτισης των δυνάμεων διαμορφώνει το ύφος, τη θέση και τη δυναμική της στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο.
Και συνεχίζουμε: Οι ναρκισσιστικές λοιπόν υποταγές επιδιώκουν την νομιμότητα. Την αποδοχή δηλαδή των σχετικών πρακτικών που υποστηρίζουν, από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και την εξάπλωση τους μέσα σ’ αυτό, όπως ο «Καρκίνος» στο σώμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εγκληματικές διαθέσεις άλλοτε περιβάλλονται το μανδύα της πολιτικής ιδεολογίας, και άλλοτε ξεπλένουν το αίμα από πάνω τους, εμβαπτιζόμενες σε καθαρτήριες θεσμικές κολυμβήθρες. Ολοκληρωτικού χαρακτήρα πολιτικές ιδεολογίες αναδεικνύουν την άκαμπτη και μονοδιάστατη λογική του ναρκισσισμού, αντίπαλη της συστημικής θεώρησης του κόσμου, ενώ άλλοτε μαφιόζικες πραχτικές καταλήγουν σε καμουφλαρισμένες παθογόνες στρουκτούρες, κατοχυρωμένες και εγκατεστημένες αναπαυτικά, διάσπαρτες στους επιχειρησιακούς χώρους, κοινωνικά αφομοιώσιμες πια, ώστε να μην δημιουργούν ολοκληρωτικά προσκόμματα στην ανθρώπινη λειτουργία. Ας ανακαλέσουμε το μεγαλεπίβολο σχέδιο του «νονού» στην ομώνυμη ταινία, να καταστήσει τις λούμπεν επιχειρήσεις του νόμιμες, ξεπλένοντάς τις μέσα στους θεσμούς της κοινωνίας και αξιοποιώντας τα κανάλια της πολιτικής. «Άραγε μας φέρνει αυτό στο μυαλό κάτι σχετικό με τη σημερινή παγκόσμια πολιτική και οικονομική κατάσταση;»
Πως λοιπόν γεννιέται ο ναρκισσισμός μέσα σ’ έναν οργανισμό;
Στην πορεία της ζωής του ο υγιής άνθρωπος αφενός εσωτερικεύει σε μεγάλο βαθμό τις επιβραβεύσεις του, δεν τις ζητιανεύει δηλαδή, ούτε τις απαιτεί από το περιβάλλον του, αφετέρου τις μπολιάζει με τις νοηματοδοτήσεις που δίνει στα πράγματα, άρρηκτα συνδεδεμένες με την αντίληψη της θέσης του μέσα στον κόσμο και της συνακόλουθης δέσμευσής του ως προς τις επιταγές τους. Ο υγιής άνθρωπος πολύ λιγότερο αισθάνεται ότι ο κόσμος του χρωστάει, πολύ περισσότερο την ανάγκη να «Δικαιώσει» την ύπαρξή του, υπό την έννοια ότι ορθώς και λογικώς ήρθε στη ζωή και όχι απλά ως παρατηρητής και περαστικός, που σαν διάττοντας αστέρας, τη μια στιγμή έλαμψε και την άλλη εξαφανίστηκε χωρίς λόγο, χωρίς νόημα και χωρίς ίχνος πίσω του!!
Βέβαια, κάποιες πρώιμου τύπου επιβραβεύσεις δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη κάτι κακό. Μικροί, μεγάλοι τα έχουμε ανάγκη όλα αυτά και ένας λεπτός χειρισμός τους δημιουργεί μία παιδική και καθ’ όλα γοητευτική παρουσία για τους άλλους. Εξάλλου ποιος θα ήθελε να ακούει «ότι είναι χοντρός, άσχημος και βλάκας» αν δεν είναι διαστροφικός ή φρενοβλαβής;
Στη ναρκισσιστική όμως δομή άλλοτε η ανάγκη της κατοχύρωσης της αξίας του εγώ αποκτά συστηματικό/καταναγκαστικό χαρακτήρα  και άλλοτε η ανάγκη της επιβολής της, διαστροφικό, ενώ σε κάθε περίπτωση η ανάγκη για ισχύ γίνεται επιταχτικό και σταδιακά εντεινόμενο και αδιαπραγμάτευτο αίτημα. Η συστηματικότητα φαίνεται στην επανάληψη, στην προσκόλληση δηλαδή του ατόμου σε μία ή περισσότερες ρουτίνες με φτωχό περιεχόμενο, που πραγματεύονται, ορίζουν και χειραγωγούν ένα σύνολο συναισθημάτων του ατόμου, δρώντας έτσι ως σανίδα σωτηρίας, ως φυγή, ως επίθεση και άμυνα και εν τέλει ως η κυρίαρχη απάντηση σε ό,τι εισερχόμενο, αποκτώντας έτσι για το άτομο διαστάσεις «κηδεμονικού χαρακτήρα» και μάλιστα τις έσχατες, αυτές δηλαδή της «υποταγής» σε αυτές. Όταν ο ναρκισσισμός αποκτήσει διαστροφικό περιεχόμενο, αυτό σημαίνει ότι η προσωπικότητα έχει υποστεί καθίζηση και έχει εμπλακεί στα γρανάζια του σαδομαζοχισμού, ως τη μοναδική απάντηση στα βιώματα της ελλειματικότητας, του πόνου, της βίας και του ανικανοποίητου οδηγούμενη έτσι μέσω παθολογικών στρουκτούρων στον εκφυλισμό. Πολλοί άνθρωποι, γρανάζια πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, μας φαίνονται ότι λειτουργούν με επαρκή συνέπεια και λογική ή για την ακρίβεια, με την αναμενόμενη συνέπεια και λογική που ορίζει η θέση τους. Μία τέτοια όμως αντίληψη, σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι άλλο τι, παρά αυταπάτη που έχει επιβληθεί ως πραγματικότητα, καθ’ όσον διαθέτει την απαιτούμενη κοινωνική νομιμοποίηση. Το όλο πράγμα όμως δεν είναι όχι μόνο λογικό, ούτε καν λογικοφανές, αφού η κοινωνική νομιμοποίηση δεν είναι, εν τοιαύτη περιπτώσει, άλλο τι από τη μαζικοποίηση της ψυχοπαθολογίας, η οποία (μαζικοποίηση) δεν την εξυγιαίνει, αλλά μάλλον την εξωραΐζει και τη διευρύνει πληθυσμιακά. Η ψυχοπαθολογία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι υποκρυπτόμενη και αναγκάζεται, αλλά και αγαπάει να φοράει κάποιο όμορφο κοινωνικό πανωφόρι.
Το ζήτημα της γέννησης του ναρκισσισμού όμως εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο. Βέβαια ούτε η γέννηση του ναρκισσισμού, ούτε η περιγραφή του μπορούν να αναλυθούν εδώ με κάποια επάρκεια. Χρειάζεται υποθέτω, τουλάχιστον να αναδιφήσει κανείς ενδελεχώς την βιβλιογραφία και ακόμη περισσότερο να μελετήσει το ζήτημα στην πράξη. Εδώ πρόκειται για μια περιεκτικότατη αναφορά βάση κάποιων λίγων γνώσεων και μια κατάθεση προσωπικής εμπειρίας.
Η εμφύτευση λοιπόν αρνητικών αποτυπώσεων στη βρεφική ηλικία, σαμποτάρουν στρεβλώνουν και ίσως κατακερματίζουν το αυτοσυναίσθημα. Η απουσία αυτοεκκολαπτόμενων, αυτοτροφοδοτούμενων και συνεπώς σταθερών και εξελισσόμενων επιβραβεύσεων, που διαμορφώνονται αποκλειστικά μέσα σε πλαίσια πρώιμων σχέσεων, υγειών, θερμών και τρυφερών και σχέσεων ψυχοπνευματικής και φυσικής εγγύτητας μεταξύ των ανθρώπων, που διδάσκουν και όχι επιβάλουν τη λογική συνέπεια και το όριο, την πρόοδο και τη δημοκρατία (κατάσταση πρωταρχικά εσωτερικής πολυφωνίας, ακόμα και για τις «έσχατες (αν μπορούν υπό αυτές τις προϋποθέσεις να υπάρξουν) φωνές»), ρευστοποιούν τον εσωτερικό κόσμο. Αντ’ αυτών με την παρουσία ανταγωνιστικών, (για την εγκαθίδρυση γόνιμων από τα παραπάνω αναπαραστάσεων), αυτοαπαξιώσεων και τη μίμηση και ταύτιση συνεπώς με αδιάφορους ή ευνουχιστικούς ή απορριπτικούς ή αυταρχικούς γονείς, το άτομο οδηγείται στη συρρίκνωση, για να μην πω στην ακύρωση της διαδικασίας γέννησης των λειτουργιών του εγώ και της ισχύος του, στην απόρριψη του, όπως ένας οργανισμός απορρίπτει το σκάρτο πράγμα και στην γέννηση αναγκαστικά στην θέση του, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνολική επιβίωση του ατόμου, αντισταθμιστικών μορφωμάτων που έχουμε ήδη συμπεριλάβει στην έννοια ναρκισσισμός. Εκπορευόμενα από την ιδιοσυγκρασία και διαμορφούμενα στην πορεία της ζωής του ανθρώπου συνιστούν το πλάσμα και το «δαίμονα» που επιβιβάζεται λαθραία στο πλοίο της ζωής του και ορίζει σε σημαντικό βαθμό τη μοίρα του.
Το εγώ λοιπόν αφού δεν διαθέτει την απαιτούμενη ισχύ και ικανότητες για να πορευθεί μάχιμο στην ελευθερία και να παράσχει στον εαυτό του τις δικές του, «Κατάδικές» του νοηματοδοτήσεις των πραγμάτων του κόσμου, «αγοράζει» δύναμη, λειτουργίες και ταυτότητα από τα έξω του, ξεπουλώντας σταδιακά και συστηματικά ό,τι λιγοστό του έχει απομείνει από τα μέσα του, από το υπόλοιπο δηλαδή των εσωτερικών δεσμεύσεων και συνακόλουθων επιταγών τους, προκειμένου να αποκτήσει έναν δάνειο «οπλισμό». Αυτός ο οπλισμός κατ’ αρχάς θα ανακουφίσει τον πόνο της απόρριψης που μπορεί να τρελάνει και να καταστρέψει το άτομο, λαμβάνοντας τη μορφή βακτηρίας, αφετέρου θα υποκαταστήσει όλα όσα συνιστούν το αυθεντικό εγώ, πράξη, όπως είπαμε παραπάνω, απαραίτητη για την επιβίωση του ατόμου ως ολότητα πάντα (έρχομαι εδώ να επισημάνω ότι αυτή η ναρκισσιστική αντιστάθμιση έρχεται, κατά τη γνώμη μου πάντα, να καταρρίψει το φροϋδικό ισχυρισμό περί «ενστίκτου του θανάτου» αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).  Όσο λοιπόν βαθαίνει, μεγαλώνει η απόσταση από τα έσω, που έχει ήδη ξεκινήσει σε πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης του ατόμου, και η υποκατάσταση των παραμέτρων του εγώ με τις παραπάνω περιγραφόμενες ναρκισσιστικές λύσεις, ως η μοναδική πλέον πηγή σωτηρίας, ανακούφισης και καταξίωσης του ατόμου και όσο περισσότερες εξωτερικές ενισχύσεις λαμβάνει γι’ αυτή του τη συμπεριφορά, τόσο περισσότερο το άτομο εμπλέκεται στο φαύλο κύκλο, σύμφωνα με τον οποίο «η αποδέσμευση από το εγώ οδηγεί στην υποταγή σε έξω ρουτίνες και αυτή με τη σειρά της σε μεγαλύτερη αποδέσμευση, προκειμένου να δικαιολογηθεί η ύπαρξή της και να αποσοβηθεί η σχετική ενοχή». Το άτομο, ενώ μπορεί να εκδηλώνει μία ρηχή αυτοεπιβεβαιωτική συμπεριφορά και εξ’ αυτού μία επίδειξη ισχύος προκειμένου πρωτίστως να πείσει τον εαυτό του (λογικό!!) στην ουσία έχει ήδη, εν αγνοία του, υπογράψει την καταδίκη του, αφού «έχει εκ προοιμίου υποταχτεί σε ό,τι, έξω από αυτό και τη φύση του, το εκπληρώνει». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ έχουμε μία κοινωνικώς καμουφλαρισμένη μαζοχιστικού τύπου λειτουργία όπου «η έκφραση της κυριαρχίας» είναι «απόδειξη της υποταγής». Γι αυτό και η σαδομαζοχιστική λειτουργία αποτελεί «ένα όλον». Αυτά τα δύο μοτίβα συνυπάρχουν στην αυτή παθολογική συμπεριφορά με κυρίαρχο το ένα από τα δύο. Είναι σαν τα δύο άκρα ενός νήματος. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, νήμα χωρίς δύο άκρα δεν υφίσταται (Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω αργότερα, πραγματευόμενη την έννοια ψυχαναγκασμός). Με το παραπάνω θέλω να πω, πως το άτομο που «είναι ΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΟ να απεμπολήσει την εξουσία, που απορρέει φυσικά και νόμιμα από την ίδια του την ύπαρξη» ως αυτοπροσδιοριζόμενο ον, και να την υποκαταστήσει με περιστασιακά και ευκαιριακά δεκανίκια εξουσίας, ώστε να γίνει κυρίως από το ίδιο το άτομο αντιληπτή, έχει έτσι «υποταχτεί ήδη και εξ ορισμού στη μοίρα του αδυνάμου».
Για να συνοψίσουμε λοιπόν, με την έννοια ναρκισσισμός αναφερόμαστε σε μία αυτοεπιβεβαιωτική συμπεριφορά του ατόμου, καταναγκαστικού τύπου, επιθετική απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και διαφοροποιητική ασφαλώς από αυτό, με διάθεση κοινωνικής και εσωτερικής νομιμοποίησης, με μονοσήμαντο, φτωχό περιεχόμενο ως προς την αντίληψη του εγώ και τις κοινωνικές διαστάσεις του και με αρκετά απλοϊκές ρυθμίσεις της λειτουργίας της αυτοεπιβεβαίωσης. Και αν έπρεπε να μιλήσουμε με στατιστικούς όρους, θα λέγαμε ότι για την ώρα εντοπίσαμε τρεις χονδροειδείς τιμές στην σχετική κλίμακα, με τους ποιοτικούς χαρακτηρισμούς : α. φυσιολογικό πλαίσιο, β. συστηματικότητα και γ. διαστροφή.
Για όσους δεν βαρέθηκαν τις φλυαρίες μου, έπεται και συνέχεια για να εξετάσω και να κατανοήσω κάποιες εκδηλώσεις της ψυχαναγκαστικής λειτουργίας που συχνά αισθάνομαι πως συναντάω γύρω μου.
Προσφέρονται μπροστινές θέσεις, χαμηλό εισιτήριο και μπόλικο pop corn ... !

© 2012 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Έρως ; …. ή ; …

Να ‘μαστε και πάλι για να προβληματιστούμε πάνω σε μία μάλλον πολύπλοκη ανθρώπινη ανάγκη, την *ερωτική λειτουργία". Και λέω να προβληματιστούμε και όχι να διατυπώσουμε αξιωματικά και κατηγορηματικά αναντίρρητες αλήθειες! Και ας επισημάνω επί τη ευκαιρία, ότι τα όσα αναφέρονται σ’ αυτό το blog ουδόλως αποτελούν τις ρήσεις της ειδημοσύνης, αλλά την επιθυμία ενός ανθρώπου, να κατανοήσει τον κόσμο μέσα του και έξω του. Συχνά ακούω για ανθρώπους που ταλανίζονται και αγωνιούν στο χώρο των διαφυλικών σχέσεων και αναρωτιέμαι: Ποια άλλη σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους άνθρωποι κατά τα λοιπά διαφορετικοί, που όμως η διαφυλική τους συμπεριφορά παρουσιάζει ανυπέρβλητη δυστοκία και ποια η σχέση αυτού του τελευταίου με τον εξ’ αποστάσεως και δειλό τρόπο που συχνά φλερτάρουμε με τα σημαντικά πράγματα?
Μια πρώτη σκέψη είναι ότι ο άλογος φόβος συνιστά το υπόβαθρο τέτοιων συμπεριφορών: Ο φόβος της ανεπάρκειας ως προς την ανταπόκριση που επιτάσσει το άλλο αντικείμενο και η ανάγκη κατ’ επέκταση της απόδρασης από τις ευθύνες που αυτό φαίνεται να υπαγορεύει, όποιο και αν είναι αυτό (ακόμη και ο ίδιος ο εαυτός και κυριότερα αυτός) και συνακόλουθα της βολικής τοποθέτησης στο χώρο των ναρκισσιστικών υποταγών και των ψυχαναγκαστικού τύπου εκπληρώσεων. Και περισσότερο ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, για τον οποίο είχαν την τιμή να μιλήσουν κάποιοι άλλοι κύριοι πριν από ‘μένα: Ο φόβος του αυτοπροσδιορισμού, του βάρους των ευθυνών της ταυτότητας και των επιλογών, της λήψης αποφάσεων και της αποδοχής των σύστοιχων με αυτές συνεπειών. Ο φόβος του να είσαι αφεντικό και όχι δούλος ή υπάλληλος, κηδεμόνας και όχι κηδεμονευόμενος, Θεός και όχι ανθρωπάκος και ως τέτοιος, μέσα στο χώρο της ύπαρξης (λες και υπάρχει και άλλος), δύνασαι να εκπληρώνεις τους όρους της, δηλαδή να ζεις και να πεθαίνεις, όπως ορίζει η δέσμευση απέναντι στον εαυτό σου. Όμως όπου εγκαθιδρύεται ο φόβος, κυρίως ο αταυτοποίητος, εγκαθίσταται μαζί του, σε κάποιο βαθμό σύνηθα και το αίσθημα της ανεπάρκειας, της αυτοαπαξίωσης και της αυτοαπόρριψης και εύλογα η ανάγκη για αντιστάθμιση των παραπάνω συναισθημάτων. Ανάλογα λοιπόν με το είδος και το ποσό των εσωτερικών ερεισμάτων / αναπαραστάσεων του ατόμου, διαμορφώνονται και οι σχετικές σταθερές, που άλλοτε καταφέρνουν να αποτελέσουν έναν επαρκή **οπλισμό της προσωπικότητας, άλλοτε απλά υπερπήγματα (ας το πούμε και ασπίδα για να το κατανοήσουμε καλύτερα), άλλοτε παθογόνα μορφώματα που επιδρούν σταδιακά αλλοτριωτικά και εκφυλιστικά σε ολόκληρο τον οργανισμό και άλλοτε κάτι από τα περισσότερα, αν όχι απ’ όλα. Έτσι λοιπόν υπό δυσμενείς εσωτερικές συνθήκες, ακόμη και η ίδια η ερωτική λειτουργία (όταν πρόκειται για εξαιρετικά ατελέσφορη λειτουργία βέβαια) καταλήγει πιότερο σε μία ναρκισσιστική ή ψυχαναγκαστικού τύπου έκφραση, ένα είδος ***διαστροφής δηλαδή, το όχημα, το μοτίβο αν θέλετε εσείς, το «δαίμονα» θα έλεγα εγώ λογοτεχνικά, τη ζωντανή αυτή οντότητα, που αποτελεί μάλλον το μοχλό πίεσης και το αίτιο για μεγάλο τμήμα της συμπεριφοράς του ατόμου, παρά το αιτιατό που κάποτε υπέθετα. Δεν συμπεριφέρονται δηλαδή οι άνθρωποι έτσι εξαιτίας βάσιμων και λογικών φόβων, που προφανώς συνιστούν τις απαρχές του παθολογικού μορφώματος. Αλλά επειδή η διάθεση αποστασιοποίησης τους από την ύπαρξη (οφειλόμενη υποθέτω σε κάποιο βαθμό και είδος πρώιμου ευνουχισμού, όχι υποχρεωτικά οδυνηρού), έχει συντελέσει στη διαμόρφωση του κατάλληλου, για τον εκάστοτε, μοντέλου, που με τη σειρά του δρομολογεί τη θέση του στον κόσμο. Και ενώ κατ’ αρχάς λάμβανε τη θέση του αποτελέσματος, σταδιακά και ενισχυόμενο από τις περιστάσεις στο περιβάλλον και τα ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία του ατόμου ενίσχυσε τη θέση του ως αιτίου, προσεταιριζόμενο και ιδιότητες ναρκωτικής ουσίας όπως ο εθισμός και η ανοχή.
Ο κόσμος, νοιώθω, πως είναι φρακταλικός … Το ίδιο και οι άνθρωποι. Όπου και να κοιτάξεις πάνω σε έναν άνθρωπο, σ’ ότι κάνει, σ’ ότι λέει, σ’ ότι αναπνέει και αν εστιάσεις τη ματιά σου μέσα του θα δεις το μοτίβο του να επαναλαμβάνεται κλιμακωτά και ατέρμονα. Ένα μοτίβο βέβαια δεν είναι απλό πράγμα και ούτε υποχρεωτικά ή τουλάχιστον όχι μόνο παθογόνο απότοκο. Μάλλον συμπυκνώνει περισσότερες διαστάσεις του ατόμου, εκπορευόμενο, όπως ήδη είπαμε, από τα βάθη της ιδιοσυγκρασίας του και διαμορφούμενο στην πορεία της ζωής του, σχηματίζοντας έτσι και ανάλογα με τις περιβαλλοντικές επιδράσεις τις κυρίαρχες διαστάσεις της εκδήλωσής του.
Αν λοιπόν η κατάκτηση του ποθητού αντικειμένου υποτάσσεται σε τέτοιους πλανευτές οδηγούς, σκεφτείτε τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για κάθε πιθανό υγιές σχέδιο, «δέσμιο του δαίμονα», που μέσα του φέρει «το δροσερό αέρα της ταξιδιάρας λέμβου το Οδυσσέα»

          
© 2012 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

     *   Εννοείται η διαφυλική σχέση
  **  Δάνεια έκφραση από το χώρο της μηχανικής
*** Η διαστροφή έχει εδώ την έννοια του εκφυλισμού των αναπαραστάσεων που προάγουν
      την εκπλήρωση των ανθρώπινων ανακγών

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Η απώλεια



Ο κόσμος είναι φρακταλικός. Η σχέση στο μικρόκοσμο είναι η πηγή της σχέσης στο μακρόκοσμο. Αυτό σημαίνει ότι η σχέση που το άτομο αναπτύσσει σε μακροσκοπικό επίπεδο, η σχέση του δηλαδή με Ο,ΤΙ το περιβάλλει, είναι αντανάκλαση και επέκταση της σχέσης που διαμορφώνεται στον εσωτερικό χώρο, δηλαδή μεταξύ του ατόμου με το αυτό όν. Εάν η κίνηση ανάμεσα στις επιλογές είναι προσκομματική, εάν οι επιλογές υπάγονται κυρίως σε μονοσήμαντες κοινωνικές νόρμες και στρεβλώσεις ενδογενείς ναρκισσιστικού τύπου, εάν παρουσιάζουν δυσκαμψία και έχουν ολοκληρωτικό χαρακτήρα και οπωσδήποτε, εάν δεν αποτελούν εγγενή εκδήλωση του αυτού πλάσματος, τότε το άτομο αποστασιοποιείται από την ίδια του την οντότητα. Η αποστασιοποίηση αυτή γεννάει την εχθρότητα και το φόβο, έτσι και αλλιώς, χωρίς καν κάποια άλλη ψυχοπαθολογική προσθήκη. Οτιδήποτε γίνεται ΞΕΝΟ, γίνεται ταυτόχρονα και ΕΠΙΣΦΑΛΕΣ. Εφόσον το άτομο λοιπόν δεν μπορεί να βιώσει την ενότητα μέσα του, μιας και δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα μέσα στο χώρο και τα πράγματα που υπάρχουν μέσα του, εφόσον επιλέγει ογκόλιθους και σιδηρόφραχτους χώρους που εμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση, ως μοναδικές και αποκλειστικές πηγές σωτηρίας και ασφάλειας από τον ίδιο τον εαυτό και τις ανάγκες του, τότε λοιπόν έτσι και θα συσχετιστεί με τον έξω από αυτόν κόσμο. 

Σε αυτή την περίπτωση ο θάνατος βιώνεται ως ένα γεγονός που ξεπερνάει τα όρια του εαυτού και τα όρια της ύπαρξης. Η ύπαρξη τότε ταυτίζεται μόνο με τη ζωή, ενώ νομίζω ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως μία συνεχή κλίμακα με διαβαθμίσεις στην έννοια της αλλαγής. Συχνά έχουμε νιώσει, τουλάχιστον όσοι από μας μπαίνουν σε έναν τέτοιο κόπο, τη ζωή μας να γκρεμίζεται, να αποικοδομείται, σαν μ’ ένα μόνο «κλατς» να βουλιάζει εν ριπή οφθαλμού στην άβυσσο. Όλες μας οι εσωτερικές σταθερές και τα στοιχεία που απαρτίζουν το αξιακό μας σύστημα καταβαραθρώνονται μονομιάς. Και τότε λες. «Μα τι επιτέλους έκανα τόσον καιρό … !!!» Αν καταφέρει λοιπόν κανείς να ξεπεράσει το σοκ και να ανασυγκροτηθεί (στο βαθμό βέβαια πάντα που δύναται να αποδεχθεί την εσωτερική πολυφωνία), θα διαπιστώσει ότι η εμπειρία από τον εαυτό του είναι ευρύτερη και η εικόνα του γι ‘αυτόν περισσότερο πανοραμική. Τα προϊόντα της ήττας ενσωματώθηκαν στην αυτοαντίληψη και τα όρια του εαυτού έγιναν αντιληπτά ως ευρύτερα. 
 
Όσο περισσότερο ελεύθερα κινείται το άτομο, χωρίς δηλαδή να περιορίζεται από τους πιο πάνω περιορισμούς, τόσο περισσότερο διευρύνει την αντίληψη του περί των ορίων του εαυτού του και συνακόλουθα των πραγμάτων που τον συστήνουν, μέχρι που κάποια στιγμή, για να εκφραστούμε και λίγο ποιητικά, παύει να κοιτάζει «το κάτι», αλλά κοιτάει «τα πάντα» ... Όσο βαθύτερα και πληρέστερα αγγίζει τα πράγματα το άτομο και όσο περισσότερο αυτά χύνονται μέσα του, τόσο πιο δύσκολο είναι να τεθεί σε ανυπαρξία. Αν σημασιοδοτήσουμε λοιπόν τον θάνατο ως μία αλλαγή (γιατί όχι) στο πλαίσιο της ύπαρξης γενικά και ειδικά, στον χώρο του οποίου η υπάρχουσα αυτοσυνείδηση είναι ακόμα πιο περιορισμένη απ’ ότι σε άλλες καταστάσεις, ή έστω και κατά γενική ομολογά ανύπαρκτη, αυτό το τελευταίο δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτόματα εξοβελίζεται και από το χώρο του εαυτού. Ο άνθρωπος λοιπόν που έχει εξοικειωθεί με τις λειτουργίες της ζωής, έχει λογικώς, αυτομάτως, απαρεγκλήτως και αυτονόητα εξοικειωθεί και με τις λειτουργίες του θανάτου ως ένα ενιαίο και αδιαχώρητο όλον. Ο θάνατος κατανοείται ως λειτουργία που απορρέει από τον  ίδιο τον εαυτό, χωρίς βέβαια σε καμία περίπτωση να υπονοούμε οτιδήποτε αναφορικά με την φροϋδική «ενόρμηση του θανάτου». Αφού η ίδια η ζωή προκύπτει από την σταθερή αλλαγή πραγμάτων, θα πρέπει λοιπόν ν’ ανέχεσαι το θάνατο αν θες πραγματικά να ζήσεις, αντί του να κείτεσαι ζωντανός.  Φαίνεται λοιπόν ότι «όποιος δεν μπορεί να ζήσει δεν μπορεί και να πεθάνει! ...»

         
© 2012 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας διώκεται ποινικώς