Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Σ' αυτό το blog, τα εκφραστικά μέσα δεν αφορούν μόνο στους λόγους...

Svetlana Zakharova:
Revelation

Svetlana Zakharova - Patrick de Bana:
Digital love

Καλή σας διασκέδαση !





© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΤΙΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ


Η προσωπική μου γνώμη, την οποία δεν σκοπεύω ουδόλως να αναπτύξω, επί της παρούσης, είναι πως οι λειτουργίες της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης συνιστούν κατηγορηματικώς διυποκειμενικά φαινόμενα αμφίδρομης και όχι μονόδρομης πορείας.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό το οποίο μπορεί να νοιώσει κάποιος «αντιμεταβιβαστικά» -οπωσδήποτε και στο πλαίσιο της καθημερινότητάς του- ως «στοίχειωμα», πατάει ακραιφνώς και απαρεγκλίτως, στα ειδικά ζητήματα, που άπτονται του δικού του ψυχισμού, ο οποίος είναι καθ’ όλα έτοιμος και «επιθυμεί» να το φιλοξενήσει… 

Αναλογιστείτε, επί παραδείγματι και εν σχέσει, με το ακριβώς προηγούμενο, τις ενδεχόμενες φανερές «απολήξεις» μίας «προσφοράς» (ενός ψυχικού αντικειμένου), η οποία στιχουργικώς ερμηνεύει μία άδηλη και προπάντων αναπόδεκτη εσωτερική συνθήκη, η οποία δεν περιλαμβάνει μία μόνο σημασία, αλλά περισσότερες: «...μικρό παιδί, μικρό πουλί που πας στην καταιγίδα...». Αναλογιστείτε περαιτέρω, γύρω από την επικοινωνιακή διάσταση αυτού του σημείου ταύτισης δύο προσώπων, στο πλαίσιο του διπόλου αυτού.

Έτσι λοιπόν, οι δύο αυτές λειτουργίες αφορούν σ’ έναν ειδικό τρόπο επικοινωνίας, μετάδοσης δηλαδή πληροφοριών, «αιτημάτων...» και συναισθημάτων που δεν έχουν λάβει σαφή μόρφή, και ο οποίος προωθεί την εξέλιξη των διαμειβωμένων, στο πλαίσιο του συτυστήματος αυτού, μέσω της συμπερίληψης του ψυχικού μεταβολικού συστήματος του ανθρώπου (στις σχετικές διαδικασίες) και της μετατροπής των εξερχομένων…, ακόμη και σε τέχνη…




© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ

(Η διπλή λειτουργία του θυμού)

(Edvard Munc_Self Portrait)

Ο θυμός, ως συναισθηματική εκδήλωση, έχει περισσότερες εκφάνσεις, ενώ παρουσιάζει επιδημική συμπεριφορά, με λιγότερο πρόδηλο τρόπο, από αυτόν της προβλητικής ταύτισης ή της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, διαδικασίες που περιγράφουν, μέσες άκρες, τον αρνητικό τρόπο, με τον οποίο αντιδρούν οι άνθρωποι, στην εχθρικότητα των άλλων.

Αισθήματα ματαίωσης, εσωτερικού τρόμου ή/και ανικανοποίητου και εσωτερικές συγκρούσεις φαίνεται πως εκβάλλουν ως απροκάλυπτος θυμός, εναντίον οποιουδήποτε ή οτιδήποτε ή εναλλακτικά, όταν ο θυμός δεν βρίσκει εξωτερικό αντικείμενο, μαζοχιστικά και αυτοκαταστροφικά, με τη μορφή της δυσθυμίας, της κατάθλιψης ή και με άλλες μορφές, όπως με την απ’ ευθείας επίθεση, στο σώμα.

Το όλο πράμα μπορεί να καταστεί αδιέξοδο, υπό την έννοια πως εκδηλώνεται αδυναμία να λεκτικοποιηθούν τα «συμβάντα» της εσωτερικής ζωής, που περιλαμβάνουν αυτά τα συναισθήματα, και να διαλευκανθούν οι προσωπικές, υποκειμενικές σημασίες που αποδίδει, στα συμβάντα αυτά, το άτομο.

Το παραπάνω σημαίνει πως δεν γίνεται κατανοητό, τι σημαίνει (για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο) η ματαίωση, ποια είναι η ουσία του τρόμου του, ποιο ακριβώς είναι το ανικανοποίητό του και πόσο εφικτό είναι τούτο να θεραπευτεί και με ποιους τρόπους, πως προκύπτει η εσωτερική σύγκρουση και ποιες είναι οι αντιστάσεις στην επίτευξη της κατανόησης όλων αυτών των θεμάτων που το αφορούν.

Έτσι λοιπόν όλα τούτα τα συναισθήματα μετατρέπονται σ’ ένα άρρητο και ασυνείδητο αίτημα, το οποίο, ενώ διαθέτει αδιαμφισβήτητα επικοινωνιακό χαρακτήρα, ταυτόχρονα λειτουργεί ως αντίσταση στην έλευση περιεχομένων του υποσυνείδητου στο συνειδητό, ενώ κατά κανόνα δεν «αναζητάει» την ικανοποίησή του, εφόσον δεν διαθέτει σαφή εσωτερική δομή και δεν έχει περάσει σαφώς στο χώρο της γλώσσας. Είναι λοιπόν ένα αίτημα «μη αναλυθέν» ένα αίτημα αταχτοποίητο, ένα αίτημα που δεν διαθέτει παραλήπτη, ένα αίτημα που υποσκάπτει την εξεύρεση λύσεων, στα προβλήματα, και απαντήσεων στα ψυχικά συμβάντα, ενώ παράλληλα μεταδίδει το θυμό, σε πρόσωπα του περιβάλλοντος, τα οποία μπορούν, εν δυνάμει, να ταυτιστούν με τον «ενδιαφερόμενο», στις άρρητες «συνιστώσες» του θυμού του.

Σε διάφορες φάσεις της ζωής τους, πολλοί άνθρωποι παραμελούν τα καθήκοντά τους, άλλοτε συμπεριφέρονται με κυνισμό και άλλοτε αντιδραστικά, σαδιστικά ή αλλοπρόσαλλα. Μέσα στους αιτιολογικούς παράγοντες συμπεριλαμβάνεται και η επίθεση, ενάντια στο πλαίσιο της ζωής τους, καθόσον τελούν υπό την επήρεια μίας γενικευμένης κατάστασης θυμού άλλων προσώπων, πράγμα το οποίο εντείνει τη δράση των δικών τους «άλυτων» εσωτερικών θεμάτων, που σχετίζονται με τις συνιστώσες του θυμού κάποιου ή κάποιων άλλων.

Ειδικότερα, σε περιπτώσεις όπου μπορούμε να υποθέσουμε κάποιου έστω βαθμού οριακότητα και όπου τα «αδιέξοδα» είναι ισχυρά, οι ερωτικοί σύντροφοι των ανθρώπων, που κινούνται περισσότερο ή λιγότερο μέσα σε αυτή την περιοχή, έρχονται αντιμέτωποι -με τον πλέον ακραιφνή τρόπο- με τα φορτία θυμού των ατόμων αυτών. Ο θυμός αυτός προκαλείται από τον τρόμο της εγκατάλειψης, από τον ερωτικό τους σύντροφο, και από τις ματαιώσεις που ο τελευταίος προκαλεί σε αυτούς, όταν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις φαντασιώσεις εξιδανίκευσης και στις απαιτήσεις που προβάλλουν, ακόμη και εξωλεκτικά, καθώς κινούνται, σε κάποιο βαθμό, εκτός πραγματικότητας.

                                                                           (Edvard Munc_Melancholy)

Περαιτέρω, οι άνθρωποι του ευρύτερου διαπροσωπικού περιβάλλοντος «προσκρούουν», κατ’ εξακολούθηση, πάνω στο παραπάνω περιγραφέν αίτημα, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνεται ο ψυχικός τους χώρος από ασυνείδητο θυμό, λόγω της λειτουργίας του θυμού του άλλου.

Όσον αφορά τον πιο πάνω περιγραφέν ψυχικό χώρο, τα άτομα παρουσιάζουν μία σημαντική αδυναμία να διατηρήσουνε ερωτικές σχέσεις, λόγω του γεγονότος πως έχουν «διχοτομήσει» τον ερωτικό τους σύντροφο, ο οποίος γίνεται αντιληπτός, άλλοτε ως πρόσωπο φροντιστικό και άλλοτε ως πρόσωπο ματαιωτικό. Έτσι λοιπόν αναπτύσσονται αμφιθυμικά συναισθήματα, σύμφωνα με τα οποία ο ερωτικός σύντροφος άλλοτε λατρεύεται και εξιδανικεύεται, ενώ άλλοτε κακίζεται και υποτιμάται. Το τελευταίο καταλήγει σε φυσικό επακόλουθο, αφού είναι ασφαλώς αδύνατο, στον οποιονδήποτε, ν' ανταποκρίνεται συνεχώς σε προσδοκίες, σύμφωνες με ένα σύνολο εξιδανικεύσεων, λιγότερο λογικών απαιτήσεων και αναγκών αδιάπαυστης επιβεβαίωσης της αγάπης και της αποδοχής του, για ένα πρόσωπο.

"..είσαι ο Θεός μου, σε θέλω, σ' αγαπώ, αλλά θα με τσακίσεις... 

οπότε δεν πρόκειται να δεσμευτώ..."

Έτσι, ο άνθρωπος που κινείται μέσα στην ψυχολογική αυτή σφαίρα, υποσκάπτοντας συνεχώς τις σχέσεις του, ταλανίζεται από ένα ατέρμονο «πήγαινε - έλα» στους ερωτικούς συντρόφους, τους οποίους συχνά εγκαταλείπει, προκειμένου ν’ αποφεύγει την επαναλαμβανόμενη βίωση της εγκατάλειψης, λόγω εξάντλησης των συναισθηματικών αποθεμάτων, από αυτούς. Εξ' ου, ενδεχομένως, και τα αισθήματα κενού, που πολύ συχνά βιώνουν, αν λάβουμε υπόψη πως η εγκατάσταση συναισθηματικών αναπαραστάσεων και η πιο ασφαλής και σταθερή σύνδεση με τους άλλους εμποδίζεται ή προσκρούει συνεχώς πάνω στα ακατάληπτα εξωλεκτικά «μηνύματα – αιτήματα», με τα οποία «Αιφνιδιάζουνε» κυριολεκτικά τον άλλον (για το τι τους θυμώνει ή για το τι επιθυμούν) και στις άμυνες που προβάλλουν, ενάντια στην Πραγματική (με όλη τη σημασία της λέξεως) επαφή.

"...κάνε με να νοιώθω, Πάντοτε για σε σημαντικός, να με διεκδικείς, να με λατρεύεις χωρίς όρια, να μ' έχεις για Θεό..."

Στο πλαίσιο της ψυχολογικής αυτής λοιπόν «περιοχής», η εγκατάλειψη λειτουργεί ως «απόδειξη» της ύπαρξης ενός κακού εαυτού. Ο λόγος για τον οποίο δηλαδή θεωρείται πως εγκαταλείπεται κάποιος είναι η ύπαρξη κακότητας, από μεριάς του. Από τη μία λοιπόν έχουμε την ανάγκη της εξάρτησης από ένα φροντιστικό πρόσωπο και από την άλλη τον τρόμο της εγκατάλειψης, από το πρόσωπο αυτό, και την αναμενόμενη έγερση της ενοχής, για τον κακό εαυτό.
 
(Edvard Munc_Love & Pain)

Πολλές φορές αυτός ο φόβος, για την εσωτερική κακότητα (ο οποίος, σημειωτέον, προκλήθηκε από την ακατάλληλη συμπεριφορά του φροντιστικού προσώπου, κατά την βρεφική ηλικία και τις επαναλαμβανόμενες αρνητικές νοηματοδοτήσεις των πράξεων του αναπτυσσόμενου ανθρώπου, από το πρόσωπο φροντίδας και εν συνεχεία από πρόσωπα του περιβάλλοντός του, μέσω αμφίδρομων αλληλεπιδράσεων...), μπορεί να κινητοποιήσει έναν άνθρωπο σε πράξεις επανορθωτικές (της υποτιθέμενης «κακότητας»), μόνο όμως όταν έχουν συνυπάρξει, στο παρελθόν, θετικά αντισταθμίσματα, στ' αρνητικά βιώματα, που υπενθυμίζουνε, σ’ αυτόν, τη θερμή και στοργική πλευρά της ζωής, καθώς επίσης και την «ομορφιά» τη δική του.

Αυτή η κινητοποίηση εξυπηρετεί επιπλέον μία περίπλοκη εσωτερική συνθήκη (και πέρα από την προηγούμενα ρηθείσα τάση για εξιδανίκευση, η οποία δεν έχει χάσει, κατά τ' άλλα, τον αμυντικό της χαρακτήρα, ως αποφυγή της πραγματικότητας): Αφενός συνιστά μία προσπάθεια εκπλήρωσης των προσδοκιών του εσωτερικευμένου (στον ψυχισμό) φροντιστικού προσώπου, εξαγνίζοντας τον «κακό εαυτό» (ασύνειδο διωκτικό παραλλήρημα). Παράλληλα δε, προστατεύει το άτομο από τους πραγματικούς κινδύνους ή/και την ενοχή που ελλοχεύουν, στην περίπτωση της εκδραμάτισης της εχθρικότητας, εις βάρος ατόμων, πάνω στα οποία έχει προβληθεί ο «κακός εαυτός».

Και τα δύο τούτα λοιπόν αντικρουόμενα συναισθήματα, της λατρείας δηλαδή και της απόρριψης του ερωτικού συντρόφου (λόγω της υποτιθέμενης ή της πραγματικής ματαιωτικής του συμπεριφοράς), προβάλλονται σε αυτόν, ώστε να βιώνεται εκείνος ως αμφιθυμικός και αντιφατικός, στη συμπεριφορά του, προς τον ενδιαφερόμενο. Με λόγια απλά, ένας άνθρωπος που αγαπάει και μισεί το ίδιο πρόσωπο (λόγω του φόβου της εξάρτησης, από αυτό, και των εμπειριών ματαίωσης), κατηγορεί το πρόσωπο αυτό πως λειτουργεί, κατά πως το βολεύει, ότι είναι συνεπώς εκείνο, που τον αγαπάει και τον μισεί ταυτόχρονα, πως είναι δηλαδή απέναντί του αντιφατικό.

Ο υποκείμενος θυμός εκτινάσσεται, ανά πάσα ώρα και στιγμή, όταν θα εγερθεί (παράλογα ή για λόγους μη αντικειμενικούς και κατανοητούς, αλλά και υπό την επήρεια αισθημάτων ζήλειας) η αμφιβολία, για την αγάπη και την αφοσίωση του συντρόφου, του οποίου συνηθισμένες συμπεριφορές ερμηνεύονται λανθασμένα, ως απόρριψη, ως έλλειψη προσοχής και ως άρση της αγάπης του προς το σύντροφό του. Η δυνατότητα αυτοκαθησυχασμού δε είναι αμελητέα.
 
(Edvard Munc_Jealousy)

"…ένα αθώο σεξουαλικό αστείο, κατά τη διάρκεια μίας κρασοκατάνυξης, μπορεί να ξυπνήσει τη ζήλεια του. Μία έλλειψη προσοχής, λόγω φυσιολογικής κούρασης, ή μία συγκράτηση, από την υπερβολική έκφραση θαυμασμού, για τον ίδιο, ή τα επιτεύγματά του, μπορεί να ξυπνήσει το φθόνο, εις βάρος του συντρόφου (με την ιδέα ότι ο τελευταίος υπαινίσσεται την έλλειψη αξίας του «αγαπημένου» του) και τον τρόμο πως θα εγκαταλειφθεί σύντομα, από αυτόν... Έτσι επιζητείται συνεχώς και βασανιστικά, από τον άλλον, ν' αντιλαμβάνεται το «εξωλεκτικό υλικό» και να προβαίνει στις κατάλληλες επανορθώσεις και πραχτικές διεκδίκησης ... "

...τότε εσείς μένετε εμβρόντητοι...
"τι έκανα πάλι;;.. γιατί είναι αλλοπρόσαλλος;;... γιατί μου γύρισε την πλάτη;;... γιατί είναι μία έτσι... και μια αλλιώς;;... γιατί μου κρύβεται ή με αποφεύγει συνεχώς;;..."

Περαιτέρω, είναι δυνατόν να στρατολογηθούν χειριστικές πρακτικές (όχι χρησιμοθηρικές, αλλά για τη θεραπεία του ελλείμματος), οι οποίες όχι μόνο θέτουν τον άλλον σε μία συνεχή διαδικασία «εξετάσεων», για τα κίνητρά του, και ελέγχου των συναισθημάτων του, αλλά εκδραματίζουν καμουφλαρισμένα την εκδίκηση και το σαδισμό, τα οποία έχουν γεννήσει οι χρόνιες ματαιώσεις. Ταυτόχρονα, το πραγματικό ή/και το συναισθηματικό «κρυφτό» λαμβάνουν διαστάσεις καθολικές, διαιωνίζοντας…

…τις επαναλήψεις του τρόμου, του ανικανοποίητου και του κενού…


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Παπαγεωργίου, Ε. Οριακή προσωπικότητα. Ανακτήθηκε από
Μάνος, Ν. (1997). Διαταραχές της προσωπικότητας, Διαταραχές της προσαρμογής: Μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας. Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press
Σήγκαλ, Χ. (2001). Εισαγωγή στο έργο της Μέλανι Κλάιν. Αθήνα: Καστανιώτη
Χριστοπούλου, Α. (2001). Εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Αθήνα: Καστανιώτη
Χριστοπούλου, Α. (2008). Εισαγωγή στην ψυχοπαθολογία του ενήλικα. Αθήνα: Τόπος


© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Η ΑΝΩΡΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ "ΕΞΟΥΣΙΑΣ"



 (πίνακας: Rene Magritte)


Έχω ακούσει αρκετούς να λένε πως ο Freud απεφάνθη ότι οι άνθρωποι ευτυχούν, όταν εκπληρώνουν κάποια παιδική επιθυμία. Επειδή όμως το χρήμα δεν συνιστά μία παιδική επιθυμία, δια τούτο και δεν φέρνει, στους ανθρώπους, την ευτυχία. Από αυτή τη ρήση λοιπόν αφορμώμενοι, αναπτύσσουν τον προσωπικό τους πλέον λόγο, γύρω από τα παιδικά όνειρα γενικότερα, τις δικές τους παιδικές επιθυμίες και άλλα συναφή.

Εγώ βέβαια ας συμπληρώσω πως ο S.Freud, τον οποίο σημειωτέον θαυμάζω, χωρίς ασφαλώς να ενστερνίζομαι πάντα τις απόψεις του, είχε ήδη υποστηρίξει πως τα τέκνα, όταν δεν επιδιώκουν να ασελγήσουνε στο σόι τους, φαντασιώνουν πως θα το φονεύσουν...

 Ίσως τελικά το χρήμα να μην βρίσκεται ολότελα έξω από το πανέρι των παιδικών επιθυμιών, αν αναλογιστούμε πως θα μπορούσε κατ’ αρχάς να λάβει την αξία του μεταβατικού αντικειμένου. Να αποτελέσει δηλαδή περιστασιακά έναν κοινό τόπο παιχνιδιού και επαφής με την τροφό μητέρα (όπως κάθε άλλο παιχνίδι) και να επενδυθεί με ψυχικό υλικό, κουβαλώντας συνεπώς τις προσδοκίες που αναπτύσσει το παιδί και οι οποίες κατευθύνονται προς τον κοινωνικό και διαπροσωπικό του χώρο, αλλά ακόμη περισσότερο τις προσδοκίες της μητέρας…

Κατ’ αρχήν λοιπόν, το χρήμα μπορεί να κωδικοποιηθεί ως σύμβολο έκφρασης προσδοκιών, οι οποίες είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν σαδιστικές, μαζοχιστικές, αποθησαυριστικές και ναρκισσιστικές (όχι αναίτια...) ικανοποιήσεις, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο κοινωνικός χώρος του ατόμου να γίνεται φαντασιακά αντιληπτός ως συναποτελούμενος από άτομα που λειτουργούν ως μερικά αντικείμενα, ως αντικείμενα δηλαδή που προσφέρουν «μερικές» ικανοποιήσεις, χωρίς να γίνεται αντιληπτή η ψυχοσωματική ολότητα αυτών των προσώπων, η οποία εκφράζει ένα σύνολο διαρθρωμένων αναγκών και λειτουργιών.

Παράλληλα, σταδιακά και σε πλαίσιο συμπεριφοριστικών επιδράσεων, ο πολιτισμός θα τελεσιδικήσει πάνω στο ψυχικό σώμα, κατά τρόπο που η αξία του χρήματος να λάβει τις πραγματιστικές, οικονομικές του διαστάσεις και να κατοχυρωθεί ο ρόλος του ως σύμβολο έκφρασης προσδοκιών, ως σύμβολο ελέγχου, ως σύμβολο εσωτερικού και εξωτερικού κύρους και ως σύμβολο εξουσίας. Και όσο περισσότερο μία τέτοιου τύπου σχέση, με το χρήμα, εμπεδώνεται, τόσο πιο δύσκολο καθίσταται, για το άτομο, να αντιληφθεί τις διαφορετικές τραγικές (πολύ συχνά) διαστάσεις της μοίρας, που επιφυλάσσει μία τέτοια εμπέδωση, για όλους τους "συναλλασσόμενους"...

Πριν από μερικές ώρες, παρακολούθησα (αναπόφευκτα) μία συνέντευξη πρόσληψης μιας νεαρής κυρίας, δικηγόρου στο επάγγελμα, η οποία υλοποιούνταν μέσα σ’ ένα κεντρικό καφέ, απέναντι από τα δικαστήρια, στην Ευελπίδων. Κατόπιν της ενημέρωσης που έλαβε, γύρω από το αυστηρό εργασιακό πλαίσιο, που περιλαμβάνονταν στο “job description”,  και αφορούσε σε μία πληθώρα καθηκόντων και απαιτήσεων, στην τήρηση αυστηρού οκταώρου, με προσωρινή απαιτούμενη προσέλευση, μισή ώρα πριν την έναρξη του ωραρίου, η υπάλληλος - ελεύθερη επαγγελματίας ενημερώθηκε πως ο μισθός της, μετά την αφαίρεση όλων των φόρων, αλλά χωρίς την αφαίρεση των όποιων συνδρομών και ασφαλιστικών εισφορών, θα ανέρχεται στο ποσό των οκτακοσίων ευρώ πάνω κάτω. Ήτοι, το καθαρό ληφθέν ποσό δεν θα ήταν δυνατό να ξεπερνάει το ήμισυ του ακριβώς παραπάνω ποσού.

Κάπου εδώ ερχόμαστε να διερωτηθούμε και να θέσουμε, προς εξέταση, κάποια σχετικά ζητήματα:
- Ποιος ακριβώς είναι ο ψυχικός «λόγος» και τα  ψυχικά αιτήματα που φέρει μέσα του ο «αποσπώμενος...» μισθός, ως μεταβατικό αντικείμενο και πως είναι δυνατόν ν’ αντισταθμιστεί μία τέτοια "θυσία";...
- Πως υλοποιείται η λειτουργία του εργασιακού πλαισίου και χώρου, ως χώροι εμπερίεξης, ήτοι ως χώροι που συνιστούν το μητρικό πλαίσιο αναφοράς, μέσα στο οποίο εμπεδώνεται η νομιμότητα των ναρκισσιστικών  και άλλων ικανοποιήσεων;
-Ποια είναι η σχέση των σαδιστικών προβολών και των μαζοχιστικών ενδοβολών, με τα "συμβάντα" του εργασιακού πλαισίου και χώρου, ως εμπεδωμένες εκφάνσεις της αυτοϊκανοποίησης και ως εκφράσεις των προσδοκιών ελέγχου και της άλογης ή αλόγιστης εξουσίας; 

Κάπου εδώ φαίνεται λοιπόν πως θα συμφωνήσω με τον Lacan ότι η θεσμική λειτουργία του χρήματος, όταν περνάει στη σφαίρα της ψυχικής ζωής, ξεπερνάει το χώρο και το χρόνο του υποκειμένου…
  
© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ : Σχετικές υποθέσεις


(Οι πίνακες είναι του Osvaldo Guayassamin)


Όταν οι ειδικοί, στο χώρο της ψυχικής υγείας, προβαίνουν σε διαφορική διάγνωση, υποθέτω πως θα προσκρούσουν, πάνω σε τρεις τουλάχιστον σκόπελους που αφορούν σε:

- Ποιο είναι το υποκείμενο και ποιο το αντικείμενο της έρευνας
- Ποιο είναι το διαγνωστικό κριτήριο που θα χρησιμοποιηθεί
- Ποιας φύσεως και πόσο άρτια είναι η θεωρητική κατάρτιση και η κλινική εμπειρία του ενδιαφερομένου ως θεραπευτή και ως θεραπευομένου

Το πρώτο αφορά στην αντικειμενικότητα του ενεργούντος προσώπου, του Υποκειμένου δηλαδή. Η αντικειμενικότητα κάποιου αφενός μπορεί να περισταλεί από το ατομικό ιστορικό, αφετέρου να επηρεαστεί από το πρόσωπο, για το οποίο καλείται να προβεί σε διάγνωση του προβλήματός του.
Ακόμη και ένας ειδικός θα αντιμετωπίσει δυσκολίες, όταν προβαίνει σε αυτοδιάγνωση, λόγω του ότι συνιστά το υποκείμενο και το αντικείμενο της έρευνας.
Σε άλλη περίπτωση, ενδέχεται ο ασθενής να του διακινήσει μεταβιβαστικά άλυτα δικά του ζητήματα, πράγμα το οποίο θα επιδράσει δυσμενώς στην αξιολόγησή του. Και σίγουρα αυτή η αξιολόγηση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, όταν ο ειδικός είναι μέρος του προβλήματος, δηλαδή όταν προχωράει σε διαφοροδιάγνωση ανθρώπου με το οποίο συσχετίζεται προσωπικά.

Το δεύτερο αφορά στην αντικειμενικότητα του διαγνωστικού εργαλείου. Εδώ θα κάνω τέσσερις παρατηρήσεις :
Βάσει μίας ακραίας άποψης, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως κανένα διαγνωστικό εργαλείο δεν είναι αντικειμενικό, υπό την έννοια πως θα σχετικοποιήσει ποσοτικά, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο εμφανώς, την ψυχική υγεία, σύμφωνα με μία νόρμα που θεωρείται ότι περιγράφει το μέσο φυσιολογικό. Ό,τι όμως είναι μέσο, δεν είναι υποχρεωτικά και φυσιολογικό. Αν, επί παραδείγματι, ο στατιστικός πληθυσμός μίας έρευνας αποτελούνταν από τα μέλη του “isis”, τότε το μέσο φυσιολογικό θα προερχόνταν από αυτούς, το οποίο θα ήταν επιπλέον διαφορετικό, από οποιοδήποτε άλλο μέσο φυσιολογικό. Οι διαφορετικές σταθμίσεις, των ερωτηματολογίων εξάλλου αυτό αποδεικνύουν. Πως δεν υφίσταται ένα και μοναδικό μέσο φυσιολογικό. Στην ουσία υφίστανται πολλά «μέσα», ενώ η έννοια «φυσιολογικό» είναι αρκετά αξιολογική. Βέβαια, όπως προείπα, αυτή είναι μία ακραία άποψη -αν λάβουμε μάλιστα υπόψη τις ομοιότητες μεταξύ των ανθρώπων- που αν την υιοθετούσαμε εντελώς θα ζούσαμε στο χάος ή μάλλον δεν θα ζούσαμε καθόλου.
Εκτός των ποσοτικών κριτηρίων τα διαγνωστικά εργαλεία χρησιμοποιούν και ποιοτικά κριτήρια επισημαίνοντας τις επιπτώσεις από την έκπτωση της λειτουργικότητας ενός ανθρώπου. Αυτό βέβαια δεν τα κάνει και πάλι απόλυτα  αντικειμενικά, διότι η λειτουργικότητα ενός ανθρώπου κρίνεται μέσα σ’ ένα πολιτιστικό περιβάλλον. Σκεφτείτε λόγου χάρη την περίπτωση να αξιολογείται η ψυχική σας υγεία ή προσαρμογή, ενώ τελείτε, υπό καθεστώς σχετικής ομηρίας, ως μέλος της κοινότητας του isis. Βέβαια, ο στόχος είναι ακριβώς αυτός και θα ήταν αδύνατο να γίνει και αλλιώς. Δηλαδή, να επιτύχει ένας άνθρωπος την προσαρμογή του, μέσα σ’ ένα πολιτιστικό περιβάλλον. Έχει σημασία όμως, όταν προβαίνουμε σε τέτοιες θεωρήσεις, να λαμβάνουμε υπόψη και την συστημική προοπτική, που προσφέρει ενδείξεις, για το τι συνιστά ή εξυπηρετεί την λειτουργικότητα των όρων ενός οικοσυστήματος.
Πέραν των προηγουμένων, το ίδιο το διαγνωστικό εργαλείο συνιστά μία «θεσμική εκδραμάτιση», όπως επίσης μία «θεσμική διαδραμάτιση», που δεν έχει πάντα θετικά αποτελέσματα, κυρίως μέσω της συμβολής της στη θεωρητική πλαισίωση και κατ’ επέκταση την εξέλιξη της νόσου. Το διαγνωστικό εργαλείο φέρει μία θεσμική μεταβίβαση στη θεραπεία, ανάλογη με τη μεταβίβαση του ειδικού, στο θεραπευτικό πλαίσιο, και λειτουργεί στο πλαίσιο ενός θεσμού, ο οποίος καλείται να «απενοχοποιήσει» (χωρίς να ξέρουμε αν τα έχει καταφέρει…) τον εαυτό του και να τον τοποθετήσει, από τη θέση του Θύτη και του Κριτή, στη θέση του Σωτήρα. Τούτο, από τη φύση του, είναι κατά κάποιον τρόπο ψυχωσικό.
Προσωπικώς προσπαθώ να αποφεύγω την εγκατάσταση μου, μέσα στις θεωρητικές κατασκευές των ψυχιατρικών εργαλείων, παρ’ ότι πάντα κάνω τη βόλτα μου από εκεί. Και τούτο, διότι κρίνω πως η πολιτογράφηση ενός ανθρώπου, με δυσκολίες, μέσα σε τέτοιες περιοχές, όχι μόνο είναι αρκετά άδικη -λόγω των προρηθέντων, αλλά και της φαινομενολογίας που τις χαρακτηρίζει- είναι και περιοριστική, πράγμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αναχαίτιση το ψυχικό δυναμικό. Η ίδια προτιμώ τον ιδιαίτερα περιεκτικό και θεωρητικό κανόνα, πως οι άνθρωποι πρέπει να αξιολογούμαστε για τη δυναμική μας να εξαντλήσουμε τα όρια της ύπαρξής μας. Οι επιλογές μας (συνειδητές ή ασύνειδες) θα μας οδηγήσουν σε αυτό ή θα μας εμποδίσουν. Υποθέτω, παρ’ όλα αυτά, πως κανένας, σίγουρα ούτε εγώ, δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει θεραπευτικά, εάν δεν μπει, σε κάποιο βαθμό, στη φιλοσοφία της διάγνωσης, ώστε να μπορέσει να τακτοποιήσει τη συμπτωματολογία. Θα πρέπει όμως να διαθέτει επίγνωση των παραπάνω σκόπελων και να δείχνει τον πρέποντα σεβασμό στις ανάγκες και τους στόχους έκαστου θεραπευομένου. Για έναν θεραπευόμενο, η μόνη αξία που ενδέχεται να έχει η διάγνωση των προβλημάτων του είναι παρόμοιας υφής. Να ερμηνεύει δηλαδή καταλληλότερα τις εκδηλώσεις του, ώστε να μην αποδίδει τις δυσχέρειές του σε παράγοντες που υποσκάπτουν την κοινωνική του ζωή.


Ας περάσουμε τέλος στο τρίτο που έχει να κάνει με την αντικειμενικότητα του Ειδήμονα. Ένας ειδήμονας πρέπει να διαθέτει θεωρητική κατάρτιση και σχετική κλινική εμπειρία στη διάγνωση και τη διαφοροδιάγνωση κυρίως. Το πρώτο θα καθορίσει το διαγνωστικό εργαλείο που θα επιλέξει, καθώς επίσης και τη φιλοσοφία του για τη φύση του ανθρώπου. Όλα αυτά με τη σειρά τους θα οδηγήσουν σε συγκεκριμένες θεραπευτικές επιλογές, διαφορετικές από εκείνες ενός άλλου συναδέλφου. Η κλινική εμπειρία, από την άλλη, προϋποθέτει, πέραν της σχετικής κλινικής ενασχόλησης, την εποπτεία και την ατομική βιωματική εργασία ή αλλιώς την ατομική ψυχοθεραπεία.
Η συμβολή της ατομικής ψυχοθεραπείας έγκειται στο γεγονός πως ένας «θεραπευμένος» θεραπευτής έχει ήδη εμπειρία «εντοπισμού», θα έλεγα χρησιμοποιώντας έναν δικό μου όρο. Αυτό δε σημαίνει ασφαλώς πως θα πρέπει να έχει προϋπάρξει σχιζοφρενής, αν πρόκειται να διαγνώσει σχιζοφρένεια ή μανιοκαταθλιπτικός, αν πρόκειται να διαγνώσει διπολική κ.ο.κ. Σημαίνει απλά πως έχει μία κάποια εμπειρία στην ερμηνεία συμπτωμάτων και στην προσοχή που πρέπει να δίνει, όταν πρόκειται να κάνει διαγνωστικές επιλογές, βάσει κριτηρίων.

Ας θέσουμε τώρα ένα παράδειγμα :
Αν κάποιος διαγνώσει ψυχαναγκαστική, καταναγκαστική διαταραχή, ενδέχεται να έχει αναγάγει συνοδά συμπτώματα σε κυρίαρχο ψυχικό περιβάλλον του, υπό διάγνωση, προσώπου.
Ο καταναγκασμός και ο ψυχαναγκασμός (του πιο πάνω παραδείγματος), μπορεί να εκδηλώνονται (ας υποθέσουμε) με στοματικές εκδραματίσεις, με ακατάπαυστα αιτήματα, μέσα στα διαφυλικά πλαίσια, ή μέσω της προσπάθειας εξυγίανσης επιθυμιών που εισβάλουν στη σκέψη και κρίνονται ανάρμοστες.
Αυτές οι συμπεριφορικές εκδηλώσεις ενδέχεται να συνιστούν κάποιες εκδραματίσεις μίας υποκείμενης ψυχολογίας και οι οποίες έχουν λάβει την παραμετροποίησή τους πολιτιστικά, δηλαδή, μέσα σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο ο(οι) κηδεμόνας(ες) απευθύνει συστηματικά αιτήματα (που σχετίζονται με τα δικά του τραύματα), προς το παιδί του, και τα οποία ξεπερνούν τις ψυχικές του ικανότητες να τα μεταβολίζει.
Αυτές λοιπόν οι ψυχαναγκαστικές και καταναγκαστικές πρακτικές, όπως οι παραπάνω,
ενδέχεται να «μιμούνται» ασύνειδα τις πρακτικές του κηδεμόνα και να συνιστούν επίθεση ενάντια στο πλαίσιο αιτημάτων, για δύναμη, τελειότητα, έλεγχο και αρτιότητα, που σφυροκοπούν και οφείλει να δείχνει το παιδί, για να αισθάνεται ο κηδεμόνας του ικανοποιημένος. Όπως επίσης είναι πιθανό οι ανάρμοστες σκέψεις να προέρχονται από την ενοχική επένδυση των συναισθημάτων ενός ανθρώπου απέναντι σε άλλους, καθώς ταυτίζεται μαζί τους (αναβιώνοντας την παιδική του ανημπόρια), και επιδιώκει να τους ελέγχει και να τους βοηθά. Η συμβολική εναντίωση στον γονέα και η υποτιθέμενη καπήλευση του ρόλου αυτού, μέσω της παροχής βοήθειας, υπέρ του αδυνάμου, και η έλξη για τον αδύναμο, η οποία προκαλείται από την επιθυμία ελέγχου αυτού (ώστε ο ενδιαφερόμενος να νοιώθει δυνατός) δημιουργούν την ενοχή.
Η ουσία όμως μπορεί να βασίζεται σε μία άλλη ψυχολογική βάση, ενώ η προηγούμενη συμπτωματολογία να προκύπτει δευτερογενώς. Έχω την εντύπωση πως οι επιτυχημένες «διαγνώσεις» βασίζονται (μεταξύ άλλων) στην εντόπιση του κυρίαρχου «νοήματος» της ζωής ενός ανθρώπου,  αυτού δηλαδή που έχει βασικά ανάγκη και το οποίο δημιουργεί τα διάφορα μοτίβα στη ζωή του, τις προμηθεϊκές επαναλήψεις που το ταλανίζουν, καθώς επίσης και τις άμυνές του.

Υποθέτω πως, για να μπορέσει ένας θεραπευτής να εντοπίσει την ουσία της υποκείμενης ψυχολογίας και να ορίσει το πρόβλημα, -το οποίο ενδέχεται να ταξινομείται με διαφορετικούς τρόπους, από το ένα διαγνωστικό εργαλείο στο άλλο- θα πρέπει να κινείται με αρκετή άνεση, μέσα στα ψυχιατρικά εργαλεία, αλλά και με αρκετή ελευθερία και ευελιξία, ώστε να μην γραπώνεται εύκολα από ένα σημείο, πράγμα το οποίο θα του επιτρέψει να αντιμετωπίζει το όποιο ζήτημα συνολικά και ως πολυπαραγοντικό φαινόμενο.



© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Η ΑΠΩΛΕΙΑ

Είναι γεγονός πως έχω μιλήσει αρκετές φορές για την έννοια της «απώλειας».

Πολύ περισσότερο έχω υποστηρίξει πως η ικανότητα να βιώνουμε, να ανεχόμαστε και να μεταπλασσόμαστε δυναμικά, μέσα από σχετικές καταστάσεις, ανακαλύπτοντας νέες, ομιλούσες, εσώτερες αναπαραστάσεις μαζί με νέες, για τούτες, γλώσσες, οδηγεί τον εαυτό σε άλλα επίπεδα επίγνωσης… καλώς ή κακώς…


Τούτη τη φορά θα επεξεργαστώ το ζήτημα μ’ έναν τρόπο διαφορετικό. Έναν τρόπο που αφήνει περισσότερα περιθώρια αμφισημίας, ώστε οποιαδήποτε ουσιαστική γνώση να μην ξεπερνάει τα φυσικά όρια της ρευστότητας και της πλαστικότητάς της. Και για να προκύπτει ως ατομικό τεχνούργημα, ανάλογο των διακινούμενων των ψυχικών καναλιών, των προσωπικών διαδρομών και των φαινομενολογικών «απλωμάτων» καθενός και στη βάση ατομικών βιωμάτων ή εμπειριών και σχετικών (θέλω να πιστεύω) συμπερασμών ζωής.

Θα παραθέσω λοιπόν το παρακάτω ποίημα, το οποίο έγραψε ο ψυχίατρος και αγαπητός μου φίλος Κλεόβουλος Αδάμας.

Και σας το αφιερώνω.

-----------------------------

Η απώλεια
(Κλεόβουλος Αδάμας)

και πάλι τι δεν έκαμα και ακόμη τι δεν πρόστρεξα,
από τα αλαργινά εκείνα τα απάτητα τα μέρη,
που μου ‘ταν τόσο αμπόρετα.
που μου ‘ναι τόσο ανέγνωρα,
στους κάμπους τους δικούς μου να σε φέρω.

κρίμα, μ’ αλήθεια σου το λέω.
κρίμα που δεν το μπόρεσα,
κρίμα που δεν μπορώ!

και είχαμε τόσα να μιλήσουμε,
τόσα να αφουγκραστούμε,
και ακόμη πόσα σου πω…
και μύρια τόσα να σου δείξω

το ξέρω.

πως οι πιστοί το λένε αυτό βλαστήμια
μα στο ‘χω ξαναπεί, εγώ δεν έχω πίστη.
η μόνη πίστη που νοούμαι δεν είναι άλλη απ’ το “εγώ”

και οι ειδικοί,
μια δυστροπία της καρδιάς και ένα είδος τρέλας

που αντιμάχεται με κράτος τη θυσία,
που απαιτεί, χωρίς καμία βούληση, χωρίς καμία γνώση,
εκείνο το τυφλό κομμάτι μιας γονεϊκής ελπίδας
και αρνείται τη φυγή από το “νόμιμο”,
ή άλλως από τα “κεκτημένα”,

μα πάλι τι θα ήμασταν;
αναρωτιέμαι.

αν το αδύνατο δεν θέλαμε να γίνει δυνατό;
αν μ’ έκσταση δεν βλέπαμε τα άστρα, τα φεγγάρια;
κ' αν δεν ζηλεύαμε το αγέρι των πουλιών;

ή σάμπως πάλι και με νοιάζει;

αν η καρδιά μου πάντα μαίνεται από τρέλα;
αν η ψυχή μου είναι ασθενής;
ή ο νους μου παραπαίει θολερός;

γιατί ένα μονάχα έχω καταλάβει

πως μου 'ναι αμπόρετο να ελευθερώσω τη ζωή
αφού πιο πριν δεν θα 'χω ζήσει


 © 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ;…



(Η αντίσταση)

 

Αφορμή για τη συγγραφή αυτού του άρθρου υπήρξε (μεταξύ άλλων) η αμερικάνικη κινηματογραφική ταινία «ο ναυαγός». Δύο πράγματα ενδιαφέρουν στην όλη υπόθεση: Το πρώτο αφορά στη σύνδεση ενός προσώπου με ένα άψυχο αντικείμενο (μία μπάλα), παρέχοντας έναν υπαινιγμό, για τη λειτουργία της προβολής, στην επικοινωνία. Το δεύτερο είναι το γεγονός πως ένας άνθρωπος, που αναγκάστηκε να παλέψει με τα «θεριά» της φύσης, όπως ακριβώς έκαναν οι πρωτόγονοι, αφού εσώθη, έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει τις θλίψεις της πολιτισμένης ζωής. Ποιο είναι το χειρότερο; Αυτό δεν είναι ερώτημα, ας πούμε, επιστημονικό, αλλά, κατά κύριο λόγο, φιλοσοφικής υφής. Ένας υπαινιγμός πάντως, που μπορεί να οδηγήσει σε υποθέσεις, προς όλες τις κατευθύνσεις, είναι πως οι άνθρωποι εξέλιξαν τη νοημοσύνη τους επειδή έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους και όχι τη φύση ή τα υπόλοιπα πλάσματα της πανίδας.

Το ζήτημα της κοινωνικοποίησης έχει απασχολήσει όχι μόνο τις γνωσιοσυμπεριφοριστικές θεωρίες της ψυχολογίας αλλά και τις ψυχαναλυτικές, βέβαια μ’ έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο και, αν δεν απατώμαι, πριν από τις πρώτες. Ο Έριχ Φρομ είχε διαφορετική άποψη από τον Φρόιντ, αναφορικά με την μονόσημη και μονόδρομη σημασία που κυρίως της απέδιδε ο δεύτερος, όμως εγώ δεν θα προβώ εδώ σε ανάλυση σχετική, διότι θα επιχειρήσω κάτι τέτοιο σε επόμενο άρθρο μου. Να καταλήξω όμως σε κάτι που έχω ήδη υποστηρίξει και στο παρελθόν.

η κοινωνική αναφορά ΔΕΝ είναι διπολικής υφής, του τύπου “κάντε απαρεγκλίτως τούτο, μην κάνετε το άλλο, γιατί θα καείτε στην πυρά”

Και τούτο ισχύει πολύ περισσότερο στις περιπτώσεις εκείνες, όπου το πραγματικό ή αλλιώς το οφθαλμοφανές κόστος είναι πραγματικά ανύπαρκτο, αν αναλογιστεί κάποιος πως δεν θα υποστεί ποινική ή άλλου τύπου δίωξη, για τις επιλογές του. Πέραν όμως τούτου, τα σημερινά ήθη, οι άγραφοι κανόνες και η αποπροσωποίηση των σχέσεων, στις σύγχρονες, δυτικές, αστικές κοινωνίες, όχι μόνο επιτρέπουν την προσωπική σφραγίδα στις κοινωνικές σχέσεις και διευθετήσεις, αλλά επιπλέον, πολύ συχνά την προωθούν και την προστατεύουν.


Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, όπου δεν έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ποινικά κολάσιμες πράξεις ή με πράξεις που κινούνται στο απώτατο άκρο μίας «κανονικής κατανομής», έξω δηλαδή από τον χώρο του κοινωνικά επιτρεπτού πλουραλισμού (ώστε να διαταράσσεται η άγραφη κοινωνική ανοχή και να γινόμαστε δακτυλοδεικτούμενοι), το πρόβλημα είναι άλλο...

Εν πρώτοις, έχει σημασία να αντιληφθούμε πως ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τα «σημαίνοντα» (για να χρησιμοποιήσω έναν γλωσσικό όρο), θ’ αναδείξει κατάλληλα τα σχετικά «σημαινόμενα». Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά πως αυτό που μας φοβίζει, αυτό και μας συμβαίνει. Αν φοβόμαστε να φανερώσουμε λ.χ. τον ομοφυλόφιλο σεξουαλικό προσανατολισμό μας και να χειριστούμε τους «αντιφρονούντες», ενδεχομένως να γίνουμε αντικείμενο εμπαιγμού, ή αν φοβόμαστε να φανερώσουμε τον «παράνομο-ενοχικό;» έρωτα, τότε είναι πιθανό να λοιδορηθούμε.

Για να καταλήξω, τέτοιας φύσης δικαιώματα είναι, εν γένει, αναγνωρίσιμα στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ο τρόπος όμως με τον οποίο χειρίζεται και υποστηρίζει κάποιος τη νομιμότητα των επιλογών του, μπροστά στους συνανθρώπους του, θα τον κρατήσει ενταγμένο ή σε απόσταση ή τελικά θα τον απεντάξει, τίνι τρόπω..., από το πλαίσιο των διαπροσωπικών ή και κοινωνικών του επαφών. Τούτοι οι χειρισμοί προϋποθέτουν ασφαλώς την εμπιστοσύνη στον εαυτό, αίσθημα το οποίο στηρίζεται στην πραγματική αναγνώριση και αποδοχή της νομιμότητας των επιλογών, την απενοχοποίησή τους δηλαδή, στην ικανότητα να συνομιλούμε, να επιχειρηματολογούμε και να πείθουμε τους άλλους ή εναλλακτικά να παραμένουμε ακλόνητοι στις αποφάσεις μας, και τέλος στη διακρίβωση της πραγματικής επιθυμίας. Μόνο έτσι μπορεί να δημιουργηθεί και να συντηρηθεί η εμπιστοσύνη στα άλλα πρόσωπα, απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και συναλλαγής.

 Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο μέρος της ανάλυσής μας. Στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία η «αντίσταση» αφορά στην ασύνειδη άρνηση του ατόμου να θεραπευτεί. Στην πραγματική ζωή συμβαίνει κάτι αντίστοιχο, όταν ένα πρόσωπο αντιστέκεται σθεναρά στη θέαση της πραγματικότητας, της δικής του και ασφαλώς στη θέαση της πραγματικότητας της ζωής.

Κανένας άνθρωπος δεν αγαπάει ανιδιοτελώς. Αυτό εξάλλου είναι λογικώς αδύνατο και μία τέτοια παραδοχή δεν διατυπώνεται (από τη γράφουσα) διόλου επικριτικά. Και τούτο το υποστηρίζω, επειδή κρίνω πως οι πράξεις μας πάντοτε, μα πάντοτε, όταν εκδηλώνονται, ερμηνεύονται και κατ’ επέκταση, αξιολογούνται (από εμάς τους ίδιους), σύμφωνα με κάποιο είδος συναισθηματικής ή υλικής απολαβής, όποια και αν είναι αυτή, ρητή ή άρρητη, συνειδητή ή ασυνείδητη. Διαφορετικά θα έχαναν τον ειρμό, το νόημα ή τη σημασία τους. Έτσι, η πρόταση «όλα σ' τα προσέφερα, μα τίποτα δεν πήρα» δεν περιέχει κάποια αλήθεια. Διότι ασφαλώς το κέρδος έχει ξεκινήσει, από καταβολής… να αντλείται, διέποντας την όλη διαδικασία της θυσίας και της προσφοράς.

Η «επιθυμία», εν προκειμένω, συνιστά μία επίφαση, αφού το υποτιθέμενα επιθυμητό αντικείμενο είναι, στην ουσία, ανεπιθύμητο, απλά και μόνο το μεταφορικό μέσο, που φέρει μέσα του την απόπειρα αποκατάστασης και συντήρησης της αυτοεικόνας, και της νομιμοποίησης του δεδομένου (προϋπάρχοντος) προτύπου ζωής, καθόσον τα πρόσωπα που «επιθυμούμε», είναι αυτά που θα «υποδεχτούν», μέσω της προβολικής διαδικασίας, τις προσδοκίες μας για τον εαυτό. Όπως, κατά κάποιον τρόπο, συνέβη και με τον πρωταγωνιστή της ταινίας, ο οποίος συνομιλούσε, προκειμένου να επιλύσει τα προβλήματά του (λαμβάνοντας σχετικές διαβεβαιώσεις, για τις επιλογές του), με μία μπάλα, για την οποία απεπειράθη μάλιστα και να πνιγεί!!

η ανιδιοτελής αγάπη δεν είναι υπαρκτή, πολύ περισσότερο όταν δεν εμπλέκει καθόλου ή έστω μόνο ελάχιστα το «αντικείμενο» στους στόχους του εκφραστή, γι’ αυτό τούτο το πρώτο δεν προσεγγίζεται ποτέ πραγματικά και σίγουρα όχι έξω από θωρακίσεις ή οιαδήποτε υφής αμυντικές διαδικασίες

Αυτή η αντίσταση μπορεί να λάβει περισσότερες μορφές. Από απλές ζήλειες παθολογικές έως και κατασκοπεύσεις της ζωής του άλλου, παράπονα, δικαιολογίες (περί κοινωνικής νομιμότητας ή επιταγής), μεταπηδήσεις από την καταγγελία στην παράκληση και άλλα χίλια δυο…

Ο φίλος μου και ψυχίατρος, Κλεόβουλος Αδάμας, μέλος μίας ποιητικής ομάδας ψυχαναλυτών, είχε δηλώσει κάποτε:

«είναι αδύνατο, για κάποιον, να δώσει μία μάχη έξω του, αν προηγουμένως δεν την έχει δώσει μέσα του…

καθόσον έχει εντοπίσει,  σε λανθασμένη τοποθεσία,  τους εχθρούς του…

…εν τοιαύτη περιπτώσει, τίθεται τελείως αναρμόδιος ο οιοσδήποτε να δώσει λύση, σε τέτοιες διευθετήσεις, διότι αφαιρείται το θεμελιώδες συστατικό της «σωτηρίας: Η προσωπική επιθυμία γι’ αυτήν. Θα θυμάσαι τους στίχους του Βάρναλη, ασφαλώς...

“Και αν είναι ο λάκκος σου βαθύς, χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς”.»

 © 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ



(Ναρκισσιστική Ταύτιση & Αμυντική Εξιδανίκευση)
 

Ένα ζήτημα που ανακύπτει πάρα πολλές φορές, στα πλαίσια των ανθρωπίνων σχέσεων οιασδήποτε υφής, αφορά σ’ ένα είδος καθρεφτίσματος θετικών προσδοκιών στο πρόσωπο του «άλλου». Ασφαλώς είναι αναγκαίο, έως και απαιτητό, να τρέφουμε ένα κάποιο σύνολο θετικών προσδοκιών, προσδοκιών δηλαδή που έχουν να κάνουν με επιθυμητές αντιδράσεις, από άλλα πρόσωπα, εδώ όμως μπορεί να προκύψουν δύο ζητήματα, που θ’ απαιτήσουν περαιτέρω ανάλυση και ερμηνεία:

Το πρώτο εμπλέκει το θέμα της «ναρκισσιστικής ταύτισης» με τους άλλους και το δεύτερο, συμφυές και τούτο, το θέμα της «αμυντικής εξιδανίκευσης».

Αν και υφίστανται διαχρονικές αξίες και αρχές που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις, θα έπρεπε να είναι (κατά τη γνώμη μου) σαφές πως δεν μπορεί να ακολουθηθεί ένας ενδεδειγμένος τρόπος συσχετισμών ή να υιοθετηθεί ένα συγκεκριμένο σύνολο συμπεριφορών, από όλους, για όλους τους λόγους (φιλοσοφικής, θρησκευτικής ή επιστημονικής φύσεως) που θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Όταν μιλάμε για ναρκισσιστική ταύτιση λοιπόν, εννοούμε την τάση μας να προσδοκάμε τα άλλα πρόσωπα να σκέφτονται, να αισθάνονται και εν τέλει να πράττουν όπως θα πράτταμε εμείς. Είτε πρόκειται για ερωτικές είτε για φιλικές είτε για άλλες σχέσεις, τούτο έχει ως συνέπεια, αφενός την παραγνώριση των αναγκών ετέρων προσώπων, αφετέρου τη δυσκολία δημιουργίας λειτουργικών σχέσεων ή απεμπλοκής από σχέσεις συγκρουσιακές ή άλλες που δεν στηρίζονται σε κάποια νομιμότητα αναγκών.

Στις περιπτώσεις λοιπόν που παραπονούμεθα ακατάπαυστα, για διάφορα πρόσωπα, πως δεν δείχνουν λ.χ. ενσυναίσθηση ή ενδιαφέρον, πως είναι στενόμυαλα, αμφιθυμικά (δεν ξέρουν τι θέλουν), κακότροπα, αγενή κ.ο.κ., ένα βασικό σφάλμα που διαπράττουμε είναι πως ταυτιζόμαστε ναρκισσιστκά μαζί τους. Τούτο σημαίνει πως δεν αντιλαμβανόμαστε πραγματικά πως πρόκειται για διαφορετικά όντα, που ασκούν το νόμιμο δικαίωμά τους να συμπεριφέρονται, όπως τα ίδια ορίζουν και πως, όταν ως απάντηση στις πράξεις τους δεν προβλέπεται αμυντική βία ή μήνυση, τότε αυτό που απομένει είναι η φυγή.

Εδώ ανακύπτουν τρία σχετικά ζητήματα: Το πρώτο αφορά στην ασύνειδη αδυναμία να αποδεχτούμε πως ένα πρόσωπο δεν μας «ανήκει», ούτε συνιστά φυσική προέκταση δική μας και πως θα χρειαστεί ενδεχομένως κάποια στιγμή να αποχωριστούμε από αυτό. Το δεύτερο υποσημαίνει ότι είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό πως δεν κάνουν όλοι για όλα. Κάποιοι άνθρωποι είναι μάλλον «λίγοι», άλλοι αρκετά αδύναμοι και άλλοι πιθανά κακομαθημένοι. Είναι δυνατόν δηλαδή, μ’ έναν άνθρωπο, να επιτύχουμε απλά και μόνο καλές επαγγελματικές σχέσεις, με κάποιον άλλον, μία σκέτη γνωριμία, μ’ ένα τρίτο πρόσωπο, στενότερη σχέση ή φιλία και μ’ ένα τέταρτο, τίποτα, ως ολότελα ακατάλληλο προς «βρώσιν». Το τρίτο, τέλος, αφορά στην ιδέα πως είναι δυνατόν η κακή συμπεριφορά κάποιου να αξιολογείται ως τέτοια, λόγω παρερμηνείας ή εξ’ αιτίας κακής αλληλεπίδρασης που προκαλείται από δική μας ανεπιθύμητη (για τον άλλον) πρακτική και η οποία εκδηλώνεται ανεπίγνωστα.

Εάν, επί παραδείγματι, τρέφουμε το φόβο πως δεν είμαστε επιθυμητοί, ενδεχομένως να βιώνουμε εχθρικά συναισθήματα για κάποιους. Στην προσπάθειά μας να αποκηρύξουμε αυτή την πλευρά του εαυτού μας (την πλευρά δηλαδή της προσωπικότητας που συντηρεί την εχθρότητα προς τον «πλησίον»), πετάμε αυτό το συναίσθημα στα μούτρα ενός «βολικού...», για μας, προσώπου ερμηνεύοντας και καταγγέλλοντας εκείνον ως εχθρικό. Εάν δεν καταφέρουμε, ούτε μ' αυτόν τον τρόπο, να αποβάλλουμε την αρνητική αυτοεικόνα, τότε γινόμαστε και στην πράξη εχθρικοί, με αποτέλεσμα οι άλλοι να «απαντούν» ανάλογα και έτσι η αρχική εκτίμηση και καταγγελία, για κάποιους ανθρώπους, να επαληθεύεται.

Σε γενικές γραμμές, σημαντικές προσωπικές αδυναμίες δρουν επισχετικά στην εξέλιξη των ανθρωπίνων σχέσεων (ως γνωστόν). Πως; Κάποιοι, για παράδειγμα, κινούνται γενικά και εναλλακτικά στα άκρα, από την απόλυτη αγάπη δηλαδή για τον άλλο, στην απόλυτη απόρριψη αυτού. Τούτο απομακρύνει, εν γένει, υποψήφιους φίλους, που αισθάνονται πως δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις προβαλλόμενες αξιώσεις, δυστυχώς όμως μία τέτοια αποφυγή ταλανίζει και εκείνους που προσεγγίζουν πολύ καλύτερα (από τους συνανθρώπους τους) το θετικά αξιολογούμενο άκρο, αλλά τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι συνήθως και πολλοί…

Αυτή η τελευταία συζήτηση μας φέρνει και στο δεύτερο ζήτημα της κουβέντας αυτής, σ’ εκείνο της «αμυντικής εξιδανίκευσης», το να συντηρούμε δηλαδή την πεποίθηση πως η προσωπικότητα ενός ατόμου περιλαμβάνει μόνο ιδιότητες ιδανικές. Το ζήτημα λοιπόν αυτό διαθέτει σίγουρα δύο πλαίσια ερμηνειών:

Η πιο δυσάρεστη, ίσως και η λιγότερο συνηθισμένη πλευρά του θέματος αυτού έχει να κάνει με την ασύνειδη επιθυμία μας να καταστήσουμε το πρόσωπο αυτό ανήμπορο ν’ ανταποκριθεί στις ικανότητες που του έχουν αναγνωριστεί και ως εκ τούτου να επιτευχθεί η αποκαθήλωση από το θώκο του. Η πιο ανάλαφρη βέβαια όψη μίας τέτοιας ψυχικής αντιμετώπισης αφορά στην ανάγκη μας να υπερασπιστούμε τον εαυτό, έναντι απειλητικού προσώπου, μέσω της κολακείας. Σε άλλη όμως περίπτωση, επιχειρούμε  απλά να αμυνθούμε, μέσω της αναγνώρισης των ιδιαίτερων χαρισμάτων του προσώπου αυτού, τα οποία αφενός το καθιστούν «ανίκανο» να επιτεθεί, αφετέρου απαλλάσσει εμάς από την υποχρέωση να απαντήσουμε στην απειλητική συμπεριφορά, εκδραματίζοντας επικίνδυνα (και ενοχικά) τα άγχη μας.

Τις πιο πολλές φορές όμως η εξιδανίκευση εκτελεί μία άλλη λειτουργία εξυπηρετώντας ένα διαφορετικό (κατά κάποιον τρόπο) στόχο ή σκοπό. Άνθρωποι οι οποίοι τείνουν να κινούνται στα άκρα, εκδηλώνοντας ενδεχομένως συμπτωματολογία συγκεκριμένων κλινικών διαγνωστικών κατηγοριών, νοιώθουν συχνά υπέρτατη αγάπη αλλά και αξεπέραστη οργή για το ένα και το αυτό πρόσωπο. Απίστευτη λατρεία, αλλά και ολοκληρωτική αποστροφή, εκτίμηση απαράμιλλη, αλλά και περιφρόνια οριστική. Η εμπειρία έχει δείξει πως είναι μάλλον πολύ δύσκολο να συναντήσουμε ανθρώπους που να είναι ταυτόχρονα πολύ καλοί και πολύ κακοί. Αυτό που συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πως δεν διαθέτουμε ένα όριο στις επενδύσεις μας (σε άλλα πρόσωπα) και πως όταν αυτές δεν αποδίδουν τα μέγιστα επιθυμητά, τότε τα πρόσωπα αυτά καταβαραθρώνονται  στην «άβυσσο του κακού».

Αρκετές φορές μερικοί άνθρωποι προβαίνουν σε εκτιμήσεις εξωπραγματικές για το χαρακτήρα κάποιων άλλων, ώστε όταν κάποια στιγμή αποφασίσουν ν’ ανοίξουν τα μάτια, για να γνωρίσουν καλύτερα αυτούς που έχουν δίπλα τους, οι προσδοκίες τους κονιορτοποιούνται, πέφτοντας σιγά σιγά στο χώμα, μπροστά στους οφθαλμούς τους. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς πως το «φαίνεσθαι» πολλών ανθρώπων δεν είναι διαφορετικό από το «είναι», κυρίως στις περιπτώσεις που προβάλλεται (αμυντικά ασφαλώς) ένα σκληρό πρόσωπο, προκειμένου να προφυλαχθεί μία «αδύναμη καρδιά». Σημαίνει όμως πως συντηρείται μία αντίσταση και μία τύφλωση στη θέαση της πραγματικότητας, που κατά τα φαινόμενα, βιώνεται οδυνηρή.

Και ενώ στη ναρκισσιστική ταύτιση -που προϋποθέτει βεβαίως (όπως και η αμυντική εξιδανίκευση) την εσωτερική «καταστολή»- έχουμε να κάνουμε κυρίως με την απαλοιφή του διαφορετικού και τη διαγραφή τού έξω από τον εαυτό αντικειμένου, στην προσπάθεια μας να επαναφέρουμε συμβολικά και να συντηρήσουμε τη συμβιωτική σχέση με το πρωταρχικό πρόσωπο φροντίδας, στην εξιδανίκευση έχουμε μία απεμπόληση του «εγώ», μία αυτοϋποτίμηση δηλαδή, παράλληλα με την προβολή όλων των ενδεχόμενων θετικών χαρακτηριστικών, πάνω σ’ ένα «τέλειο κ’ αγαθό» αντικείμενο, ώστε να τα διεκδικήσουμε πλέον, για τον εαυτό μας, διεκδικώντας το αντικείμενο αυτό.

Στις αμυντικές λειτουργίες και σε πλαίσια ψυχαναλυτικών θεωρήσεων ασφαλώς, αυτό που πάντα επιτυγχάνεται είναι η αλλοίωση ή μία σημαντική αποφυγή της πραγματικότητας.

Στη ναρκισσιστική ταύτιση επιχειρούμε ασυνείδητα ν’ αλλάξουμε τον κόσμο «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» μας, καταστρατηγώντας τις αξίες της διαφορετικότητας και της ποικιλομορφίας. Τούτο από θρησκευτικής πλευράς συνιστά «ύβριν», από ψυχολογικής, αυτοαπόρριψη, από πολιτικής, ολοκληρωτισμό και από επιστημονικής, προσήλωση στον ασυγχώρητο δογματισμό.

Στην εξιδανίκευση, από την άλλη, βιώνουμε μία αυτοϋποτίμηση που μας συνδέει μαζοχιστικά (υποταχτικά) με το ιδανικό αντικείμενο, το οποίο αρνούμαστε να απολέσουμε, όχι μόνο γιατί συνιστά κατάκτηση που καθιστά τον «νικητή» αναγνωρίσιμο στους οφθαλμούς των άλλων, αλλά και επειδή παρέχει μία παραγνώριση και μία αποφυγή της «θλιβερής ή επώδυνης» πραγματικότητας των ανθρωπίνων σχέσεων, μέσα στις οποίες δεν χωρούν μεγαλειώδεις επενδύσεις, αλλά η δυναμική και ανελισσόμενη προσπάθεια της διαπροσωπικής προσέγγισης, ανταπόκρισης, κατανόησης και προσαρμογής.

Γι’ αυτό λοιπόν...

...μόνο στη γνώση υπάρχει αθωότητα... πουθενά αλλού...


© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ



Η άποψη της γράφουσας είναι πως οι άνθρωποι δεν είναι εγγενώς κακοί ή καταστροφικοί και δεν βρίσκω ιδιαίτερη διαφορά ή κάποια διαφορά, με σημασία, μεταξύ μίας αξιολογικής κρίσης και μίας περιγραφικής τοποθέτησης, που επί της ουσίας αποδίδει την πρώτη.

Μία τέτοια πρόταση δεν διαθέτει κανένα απολύτως νόημα. Είναι ανυπόστατη. Η εξέλιξη οιασδήποτε οντότητας, στο γνωστό (και άγνωστο) σύμπαν, γίνεται στη βάση προδιαγραφών και συνεπώς αναγκών, για την εξυπηρέτηση των όρων της λειτουργικότητάς του. Ως εκ τούτου, δεν διαθέτει, εκ προοιμίου, ιδιότητες που ανήκουν στο χώρο του καλού ή του κακού και πολύ απλά τέτοιες περιοχές υπάρχουν μόνο μέσα στο κεφάλι μας.

Η κρίση για την ποιότητα ενός αντικειμένου προκύπτει από την αξιολόγηση των συμφερόντων μας, τα οποία υπόκεινται σε βιολογικούς, συναισθηματικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, εκ των οποίων κάποιοι διαθέτουν μεγαλύτερη εμβέλεια και διαχρονικότητα.

Οι άνθρωποι, παρ’ όλα αυτά, μπορούν να γίνουν διαστροφικοί. Όταν μιλάμε όμως για διαστροφικότητα δεν εννοούμε τίποτα, εν σχέσει με τις απρόσφορες σεξουαλικές παρεκκλίσεις, από το σύνηθες, που συνιστούν μία ειδική κατηγορία της ψυχολογίας. Αλλά αναφερόμαστε σε τούτη την «πράξη ζωής» που προκαλεί σημαντική δυσφορία εκτρέποντας παράλληλα την «Ύπαρξη» από το πλαίσιο των όρων της μακροβιότητάς της, σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης.

Ο αείμνηστος φίλος μου αρέσκονταν συχνά να επαναλαμβάνει:
«Πολύπλοκα συστήματα, απρόβλεπτη συμπεριφορά».

Στην προσπάθειά μας να απομυθοποιήσουμε και να αποποινικοποιήσουμε την ανθρώπινη φύση, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να κάνουμε μία πρώτη υπόθεση πως η διαστροφική συμπεριφορά συνιστά ένα από τα παραχθέντα προϊόντα (λόγω περισσότερο ή λιγότερο αντικειμενικών ελλειμμάτων), μέσα σ’ ένα σύστημα αλληλεπιδράσεων αναδραστικού τύπου. Γίνεται δε επιδημική, μέσω της διαγενεακής μεταφοράς, πράγμα το οποίο δεν συνιστά απλή υπόθεση, ενώ παραμετροποιείται από τις ειδικές περιβαλλοντικές και κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες.

Ταυτόχρονα δε συνιστά μία σχετικώς ή αρκετά «ασυνεπή», κάποτε και ακραία απόκριση, η οποία όμως δεν χάνει το εσωτερικό της νόημα, ακόμη και όταν εννοούμε μία ψυχιατρικώς διαγνωσμένη βαριά ψυχοπαθολογία. Θα ήτο αδύνατο, θα τολμήσω να πω και ανήθικο, να επιδιώξουμε την ομογενοποίηση των ανθρωπίνων πρακτικών, ώστε να λειτουργούν μ’ έναν ενδεδειγμένο τρόπο. Το πρόβλημα, κατά βάση, έγκειται στο πως και κατά πόσο είναι εφικτό, μέσω της ατομικής ανάπτυξης και της εξέλιξης της ανθρώπινης κουλτούρας, να επιτύχουμε τη βελτιστοποίηση των μηχανισμών αυτορρύθμισης, ώστε να προλαμβάνονται τα φαινόμενα που διευρύνουν την ανθρώπινη δυστυχία.

Οι πράξεις μας, κατά κανόνα, διαθέτουν κάποιο συμβολισμό. Ένα εσωτερικό νόημα, σύνηθα διυλισμένο από το προσωπικό φίλτρο, με εσωτερική λογική και αλληλουχία, η οποία όμως πολύ συχνά διαθέτει περιορισμένη δυνατότητα εφαρμογής, όταν πρόκειται να τεθεί στην «κυκλοφορία».

Ίσως αυτό δεν είναι το χειρότερο, καθόσον προσωπικώς υποστηρίζω το «ελεύθερο» της ανθρώπινης βούλησης και επιλογής, ακόμη και όταν οι συνέπειες φαίνονται και γίνονται τραγικές. Μα το πρόβλημα ξεκινάει από το γεγονός πως οι πιο πολλοί άνθρωποι διαθέτουν εντελώς περιορισμένη ενημερότητα, για το περιεχόμενο των επιλογών τους, για τις πραγματικές τους δηλαδή επιλογές, καθόσον αναπαράγουν ανεπίγνωστα διάφορα μοτίβα συμπεριφοράς. Εξίσου, πως αντιστέκονται σθεναρά να περάσουν στη διαδικασία της ενδοσκόπησης, για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξετάσουμε.

Όταν διαπληκτιζόμεθα, στο δρόμο ή σε μία δημόσια υπηρεσία, όταν προπηλακίζουμε διάφορα πρόσωπα, όταν υπεξαιρούμε χρήματα, όταν ψηφίζουμε ένα πολιτικό πρόσωπο, όταν προβαίνουμε σε πράξεις ευγενούς χορηγίας ή ακτιβισμού, όταν κάνουμε μία θυσία... σε όλες τις περιπτώσεις ομιλούμε μία γλώσσα, μεταβιβάζουμε ένα λανθάνον νόημα και αναμφιβόλως κάνουμε μία επιλογή.

Ακόμη και όταν λέμε «οι άνθρωποι είναι κακοί», ακόμη και τότε λαμβάνουμε μία θέση και κάνουμε μία επιλογή. Η πολιτική άποψη και ο κοινωνικός στοχασμός δεν συνιστούν μία απλή γνωστική διαδικασία αλλά εμπεριέχουν την μετατροπή της ψυχικής θέσης σε ιδεολογικό απόσταγμα, το οποίο με τη σειρά του θα ενισχύσει και θα εξελίξει την προϋπάρχουσα ψυχική θέση. Η «λογική» μας δηλαδή είναι γεμάτη από τα συναισθήματά μας και τούτα τα τελευταία είναι γεμάτα από τη «λογική» μας.

Η προκατάληψη (επί παραδείγματι), ως εχθρική συμπεριφορά που μελετάται από περισσότερους κλάδους, στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, μπορεί να αντικατοπτρίζει την αυτοαπορριπτική ή αυτοκαταστροφκή τάση ενός ανθρώπου (για κάποιους λόγους...), η οποία όμως (για λόγους επιβίωσης) εκτρέπεται, μέσω αμυντικών μηχανισμών, σε ένα εύκολο θύμα.

Μπορεί όμως να είναι απλά, καθαρά αμυντική και να εγερθεί περιστασιακά, υπό την επήρεια κάποιου αισθήματος ευαλωτότητας, ή από το ξύπνημα μίας απαγορευμένης σεξουαλικής επιθυμίας (ανθρώπινα...) ή και τα δύο. Ο τρόπος με τον οποίο ο εκάστοτε συνομιλητής θα χειριστεί τα εισερχόμενα, παράλληλα με τις προσωπικές του ελλείψεις, θα εξελίξει το μοτίβο της αλληλεπίδρασης ή θα το περιορίσει σε μία ατελέσφορη ανταλλαγή πυρών.

Έχω ήδη μιλήσει για το παραπάνω ζήτημα και θα μπορούσα ασφαλώς να αναπτύξω πολύ περισσότερο τούτο τον περιεκτικό λόγο. Προτιμώ όμως για την ώρα να σταματήσω εδώ παραθέτοντας τους παρακάτω στίχους, που ενεπνεύσθη η αγαπημένη φίλη, ψυχολόγος και ποιήτρια, Θεανώ, πέρυσι το καλοκαιράκι, όταν παραθέριζε στην όμορφη Αγιάσο και τους οποίους μου προλόγισε ως κατωτέρω.

Πιο πριν όμως, να καταλήξω,

...πως η σωτηρία του ανθρώπου καθίσταται αδύνατη, όταν ασύνειδα έχουμε πειστεί πως από θλιβερή ανάγκη του αξίζει...


«καθόμουν ένα ωραιότατο βραδάκι, Ελενάκι μου, στην αυλή, μαζί με άλλες δύο φιλενάδες και ρεμβάζαμε…, στο δρόσο, κάτω απ’ τη συκιά... μπαίνει τότε η κυρία Αναστασία, μία απίστευτη υποκρίτρια και υστερική γλωσσοκοπάνα, με το συνηθισμένο ύφος οσιομάρτυρος, έμπλεου χριστιανικής πονοψυχιάς.
“ουφ!... τι θέλουν όλοι αυτοί οι αραπάδες και φεύγουν απ’ τον τόπο τους και δεν κάθονται εκεί να πολεμήσουν, οι δειλοί; μόνο έρχονται στον τόπο μας; μας κλέβουν, μας ρημάζουν, μας βιάζουν και μας μαγαρίζουν. Οι άνθρωποι είναι κακοί!”
ωχ μάνα μου..., λέω τότες από μέσα μου, που μ’ άφησες έρμη και ορφανή να πολεμώ με τα θεριά!»

Το Κακό!
(Θεανώ Ανδρομάχου)
--------------------------------
για όσους ανέγνοιαστα στη ρητορική του κακού απάνω χουζουρεύουν
αναγιγνώσκοντας την ποταπότητα του κόσμου
μες τη δική τους γενναιόδωρη καρτερία
εγώ το παρακάτω δώρο τους προσφέρω

μήπως και σκάσει ποτέ μπροστά στα μάτια
και μέσα στο στομάχι τους
πως αναζητώντας ευάλωτες και καταδεχτικές ποδιές
να εναποθέσουν βολικά τους δαίμονες που μέσα τους γεννούνε,
δεν κάνουν άλλο τι,
παρά να τρέφουν ακέραιη την αυτοπεριφρόνια,
για τούτο και την προμηθεϊκή τους κακομοιριά

Η λειτουργία του κακού δεν βρίσκεται αδιαπραγμάτευτα στα πλήθη και τον κόσμο,
παρά μονάχα στην Έχθρα που κουρνιάζει στην καρδιά
και το μυαλό εξοστρακίζει στην κτήση και το πρόσωπο του άλλου,

από την κατάρρευση του Ύψους και του Οράματος
που γεννάει η αδυναμία τους να σταθούν,
από τη Ματαίωση
που γεννάει η ανημπόρια τους να εκτελέσουν,
από το Φόβο
που γεννάει η ανάγκη τους να συγκριθούν
και από την Ενοχή
που γεννάει η επιθυμία τους να υποταχθούν
μα πάνω απ' όλα... από την Άγνοια
που γεννάει η δειλή άρνησή τους να καταλάβουν,

αυτά που όλοι έχουν μέσα τους,
και 'όσα με βάσανο τόσοι ανατρέφουν,
και 'κείνα που αναπάντεχα
άπαντες σ' αυτούς θα βλέπουν

γι' αυτό και ως μονάκριβο
που σύνηθα τους μένει,
είναι η επιθυμία τους για έλεος,
ο τρόμος της απωλείας,
η λαχτάρα της φυγής...

© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')