Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Λακανική θεώρηση του ατομικού νοήματος


Σε μία συζήτηση που είχα με έναν φίλο, αυτό το οποίο ειπώθηκε από μεριάς του σθεναρά είναι πως στην ψυχανάλυση οφείλεις να μπαίνεις στον λόγο και κατ’ επέκταση, στη δική μου γνωσιολογία, στον Λόγο, μία έννοια συναφής με την έννοια του αρχαιοελληνικού «Κόσμου».

Στην πρώτη περίπτωση αναφερόμαστε στην λεκτικοποίηση του άδηλου νοήματος, ενώ στη δεύτερη στην τακτοποίηση αυτού, στην εναρμόνιση και τη διευθέτηση της σχέσης του με κάθε νόημα που μπορεί να προκύψει στον κόσμο αυτό και άρα εδώ μπορούμε πάντα να μιλάμε για δυναμικές και διαλεκτικές σχέσεις αντικειμένων και να αναστοχαζόματε γύρω από θέματα που διαλαμβάνεται η γλωσσολόγος Dorothy Lee, φαντάζομαι και άλλοι πολλοί.

Όταν ένα νόημα δεν μπορεί να εκφραστεί και να περάσει μέσα από μία, οποιαδήποτε γλώσσα, είτε αυτή είναι ο πεζός λόγος, είτε η ποίηση, είτε η τέχνη, τότε αυτό το νόημα δεν υπάρχει και βάσει αυτού δεν υφίσταται το λακανικό «πραγματικό», το άρρητο δηλαδή, το άδηλο και το άγνωστο που προϋπάρχει της φυσικής γλώσσας του ατόμου, η οποία (βάσει της λακανικής θεώρησης) στην πορεία θα διαστρέψει το ασύλληπτο αυτό ατομικό νόημα.

Έχω επεξεργαστεί σε πρόσφατη εργασία μου τη σύλληψη της πολιτισμικής συγκρότησης του ανθρώπου ως αμυντικής απάντησης στην ψυχική και υλική αποδόμησή του. Διαφωνώ με το παραπάνω θεωρώντας πως μία τέτοια σύλληψη του πολιτισμού είναι ανεδαφική και μονοσήμαντη, καθόσον οι πολιτισμικές άμυνες έχουν περιορισμένο ρόλο και χαρακτήρα και πως η σταδιακή πολιτισμική συγκρότηση του ανθρώπου υποστασιοποιεί τον ίδιο και τα νοήματά του μέσα στον κόσμο που δημιουργεί και συμμετέχει, σύμφωνα μάλιστα και με την πιαζετιανή θεώρηση.

Υπό την ακριβώς παραπάνω έννοια, το άδηλο, άρρητο νόημα του λακανικού «πραγματικού» δεν είναι τίποτε άλλο από το νόημα του λακανικού «φαντασιακού» (που αφορά στη δυαδική σχέση), όπου αυτό που έχει γίνει εκεί μέσα και εξακολουθεί να «εξυφαίνεται» μέσω της πολιτισμικής παραμετροποίησης στην εξέλιξη της ζωής, δεν μπορεί να ειπωθεί.

Η ψυχαναλυτική θεώρηση είναι επί της ουσίας μία εξελικτική/αναπτυξιακή θεώρηση με ιδιαίτερη συνάφεια με το χώρο της γνωστικής ψυχολογίας η οποία κατά τα φαινόμενα έφερε μία έκρηξη στις γνώσεις μας γύρω από τη λειτουργία του γνωστικού.

Όσο έχουμε ανάγκη να ασχολούμαστε με αυτό που «θέλει να γίνει» φανερό, άλλο τόσο έχουμε ανάγκη να ασχολούμαστε με αυτό που «αποφεύγει να γίνεται» φανερό, προκειμένου να εισέλθουμε στο «λόγο» πριν περάσουμε στην «εκδραμάτιση», δηλαδή στην πράξη μέσα στην οποία το ατομικό νόημα έχει διαστραφεί, δηλαδή στην υλοποίηση των άρρητων επιταγών του φαντασιακού.

Pablo Picasso 

Σ’ ένα ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσα πριν καιρό τέθηκε η ερώτηση «Νοιώθετε επιθετικότητα, όταν….;», όπου αυτό το «όταν» αφορούσε, όσο δεν με απατάει η μνήμη μου, σε μία διαπροσωπική συνθήκη. Η ταπεινή μου γνώμη είναι πως είναι αδύνατον να λάβει κάποιος απάντηση που να απαντάει σε αυτή την ερώτηση. Τούτο ισχύει αφενός γιατί το μεταβατικό ρήμα της κύριας πρότασης ερευνάει το συναίσθημα, ενώ το γραμματικό αντικείμενό του την κατάσταση. Αφετέρου, επειδή ζητείται από τους ανθρώπους, όχι να μιλήσουν γι’ αυτό που νοιώθουν, δηλαδή γι’ αυτό που αντιλαμβάνονται πως είναι και επομένως να περάσουνε στο λόγο, αλλά να δηλώσουν αυτό που κάνουν και έτσι οδηγούνται να περάσουνε στην «πράξη», καθώς ταυτίζονται την ώρα που δίνουν μία απάντηση με αυτό που ειδικά ή γενικά κάνουν και εμμέσως το αξιολογούν. Παράλληλα οδηγούνται, χωρίς προηγούμενη σκοπιμότητα, να κάνουν κάτι, δηλαδή να πουν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά κάποιο «ψέμα», περνώντας στην κατάσταση του νευρωσικού, ο οποίος κατά κανόνα και ασύνειδα ψεύδεται αμυντικά.

Η επιθετικότητα μπορεί να εκφραστεί με διάφορους τρόπους και σαφέστατα δεν έχουμε όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντιλήψεις και συλλήψεις για το τι συνιστά επιθετικότητα. Πέραν τούτου, διαφορετικές μορφές επιθετικότητας αξιολογούνται σε διαφορετικό βαθμό ως κοινωνικά αποδεκτές και σύνηθα πολλοί, όταν αποδέχονται την επιθετικότητάς τους, αυτό το κάνουν, όπως ο καμικάζι που καταστρέφει τον εαυτό του μαζί με την γύρω του περιοχή. Δηλαδή, την κάνουν πράξη, υλοποιώντας μία λεκτική επιθετικότητα του τύπου «ναι ρε, έτσι είμαι και άμα γουστάρεις...». Η επιθετικότητα συλλήβδην δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή, είναι όμως ο θυμός, για τον οποίο ένας άνθρωπος θα μπορούσε ωραιότατα να μιλήσει, ακόμη και να κραυγάσει, ζητώντας να του αποδοθεί δικαιοσύνη.

Εάν λοιπόν πρόκειται να πάρουμε μία αλήθεια, τότε γίνεται περισσότερο αναγκαίο να οδηγούμαστε στο «λόγο» και σταδιακά στο «Λόγο», πριν οδηγηθούμε στην «πράξη» η οποία γίνεται απαραίτητο να προκύψει ως απόρροια του λόγου και όχι ως άμυνα του ατόμου που εκδραματίζει το άλυτο λακανικό «φαντασιακό» του. Στις αναλυτικές διαδικασίες τούτο το τελευταίο ενδέχεται να προκύψει αμοιβαία κυρίως με έναν ψυχικό/νοητικό τρόπο, διότι είναι αδύνατον να κολυμπήσει κάποιος δίχως να βραχεί, αλλά με κανέναν άλλον τρόπο ο οποίος στην καθημερινή ζωή συνιστά εκδραμάτιση, ενώ στην αναλυτική διαδικασία θα συνιστούσε διαστροφή.

Για να καταλήξω, η άμυνα της εξελισσόμενης εκδραμάτισης του «φαντασιακού» στην καθημερινότητα παράγει την αμφισβήτηση… του εαυτού..., επειδή αυτός δεν μπαίνει στον λόγο και στη γνώση που απορρέει από αυτόν και η οποία (αμφισβήτηση του εαυτού) θα εξυφάνει την αμφισβήτηση... του άλλου... και την απομόνωση του συνόλου... στην αμυντική, ατομική εκδραμάτιση του πρώτου…

...και ο καθένας με τη σειρά του, στη δική του...


© 2018 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

Η τριπλή φύση της καταστροφικότητας

Για να τελεστεί το έγκλημα έξω από το υποκείμενο, δηλαδή μεταβατικά και ενεργητικά, είναι ανάγκη να έχει τελεστεί πρώτα μέσα σε αυτό, να έχει γίνει δηλαδή το ίδιο το υποκείμενο, με διάφορους τρόπους, το αντικείμενο, δηλαδή το θύμα της «εγκληματικής πράξης».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν πάντοτε και αδιάφευκτα να εκπληρώνεται η επιταγή του θεμελιωτή της χριστιανικής θρησκείας, «αγάπα τον άλλον ως εαυτόν», η οποία, κατ’ εμέ, δεν ήταν ανάγκη να έχει περάσει στην επιταγή, αφού αποτελούσε ανέκαθεν τη ζωντανή πραγματικότητα.

Η φύση του εγκλήματος είναι τριπλή: Ο άνθρωπος που καταστρέφει (με περισσότερους τρόπους…) έχει ήδη υποστεί καταστροφή. Τη στιγμή που επιτίθεται βιώνει έναν ασύνειδο πόθο καταστροφής ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, τον οποίο και εκδραματίζει, μέσα από τη διαδικασία της καταστροφής του αντικειμένου. Πρόκειται για τη σαδομαζοχιστική εκδραμάτιση, για την οποία μίλησε με τρόπο ιδιαίτερα τεχνικό και ο ίδιος ο Freud. Καταστρέφοντας λοιπόν κάτι, όχι μόνο ταυτίζεται ψυχικά και διαστροφικά με το αντικείμενο, πρακτικά δε υποσκάπτει την ίδια του την ψυχική και κοινωνική θέση.

Gertrude Abercrombie Scene of a Murder, 1945

Σε αυτή την εκδραμάτιση, άλλοτε επικρατεί η καταστροφή του αντικειμένου, οπότε έχουμε εκδηλώσεις κυρίως ψυχοπαθητικότητας, σαδισμού και αντικοινωνικής συμπεριφοράς, που θα προκαλέσουν και θα εγείρουν την επίθεση του πλαισίου ενάντια στο υποκείμενο. Άλλοτε δε, επικρατεί η καταστροφή του ίδιου του υποκειμένου, οπότε μιλάμε περισσότερο για ψυχοπαθολογία, που θα κινητοποιήσει το πλαίσιο κυρίως επανορθωτικά.

Η πράξη της «καταστροφής» περιλαμβάνει λοιπόν μία τριπλή ακολουθία συμβάντων: Πρώτα τελείται η καταστροφή ενός προσώπου μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Έπειτα αυτό το πρόσωπο θα εκδραματίσει το θυμό του είτε κυρίως αυτοκαταστροφικά είτε κυρίως αντικοινωνικά (κρατώντας όμως πάντοτε στο πλαίσιο της συμπεριφοράς του και τις δύο διαστάσεις ή απλά τα δύο άκρα της καταστροφής). Έπειτα το πλαίσιο θα κινηθεί περισσότερο ή λιγότερο επιθετικά και αμυντικά, προκειμένου να θεραπεύσει το πρόβλημα του.

Οι διαγνωστικές κατηγορίες των ψυχιατρικών εργαλείων συνιστούν, εκτός από έναν κώδικα επικοινωνίας μεταξύ των επιστημόνων, ταυτόχρονα και τη λεγόμενη ψυχαναλυτική αντιμεταβίβαση του ειδικού ψυχικής υγείας. Αυτό σημαίνει πως διαφορετικά σύνολα συμπεριφορών εντοπίζονται μέσα σε διαγνωστικές κατηγορίες, προκειμένου ο ειδικός να αντιμετωπίσει το άγνωστο, το φόβο του για το παράδοξο και το απροσδόκητο που του συμβαίνει, παράλληλα δε για να ελέγξει την αντανακλαστική του κίνηση να επιτεθεί. 

                                                                                      Gertrude Abercrombie (1909-1977) The Stroll
Αυτή η θεσμοθέτηση συνιστά την προσαρμοστική αντίδραση της κοινωνικής οντότητας η οποία εξελίσσει την κατανόησή της πως η «αντιδραστικότητα» (λαμβανομένης με την ιστορική της σημασία) θα απέβαινε γι' αυτήν μοιραία. Παράλληλα συνιστά (ή θα πρέπει να συνιστά) την αναγνώριση της ουσίας των συμπεριφορών ενός προσώπου, που ενδέχεται να έχει καταγραφεί ευκρινώς μέσα σε αυτές τις ταξινομίες, ως πραγματικότητες που ενέχουν τη δημιουργημένη γνώση ενός υποκειμένου, για το πώς θα επιβιώσει, μετά από «αυτά» που του έχουνε συμβεί.
------------------


Το έγκλημα

όταν η αγάπη που διατηρεί το ύψος της αναγνωρίσιμο
απουσιάζει από τον κόσμο της μη αντιληπτής πραγματικότητας,

τότε η παγερή και ζοφερή συνάμα, επιβληθείσα απομόνωση
μπορεί να μετατρέπεται σε μία καταχθόνια σύνθλιψη,
ή εναλλακτικά οργή,

για να αποσοβηθεί ο τρόμος που δεν μπορεί να ιδωθεί
και η ενοχή και η τιμωρία
που οδηγεί σε ξύρισμα μέσα στο ζωντανό δρεπάνι

και έτσι,
το πλαίσιο θα κατακρεουργείται και θα κομματιάζεται
για να ξεραστεί έπειτα βάναυσα η μπόχα του από τα σωθικά, λυτρωτικά

…και να διαφεύγει το υποκείμενο
από την ασφυκτική λαβίδα της κατάθλιψης και της διαμαρτυρίας
-----
Ελπινίκη Ανωγιαννάκη


Gertrude Abercrombie (1909-1977) Horse and Blue House, 1942


© 2018 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Η αθύμια του Διαβόλου


people have daemons

Αυτή ήταν η πρώτη μου ανακάλυψη… και συνήθως (εάν δεν καταπιαστούν δηλαδή σθεναρά οι ενδιαφερόμενοι με τους δαίμονές τους…) τους κουβαλάνε για πάντα και παντού…

Έχω γνωρίσει αρκετούς που δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις μυθοπλασίες μυστηρίου, όπου πρέπει να αποκαλυφθεί το έγκλημα που έχει διαπραχθεί. Στην παρούσα φάση της ζωής μου αυτό οδηγεί την αναλυτική μου σκέψη σε περαιτέρω ερμηνευτικούς συλλογισμούς.

Στην ερμηνευτική λοιπόν πράξη είναι δυνατόν να αναδειχθεί σταδιακά πως ένα τέτοιο ενδιαφέρον θα μπορούσε να προσφέρει σε κάποιον μία ναρκισσιστική και καταβροχθιστική ικανοποίηση στην εκδραμάτιση του φθόνου και του θυμού, όπου αφενός «έρχεται τιμωρητικά στο φως η αλήθεια και η ενοχή του αντικειμένου». Αφετέρου όμως περνάει λαθραία το προσαρμοστικό και ασύνειδο μεταβιβαστικό «αίτημα θυμού» (και παρά τις σαδομαζοχιστικές διαδράσεις της «εξουσίας», δηλαδή των διαχειριστών της), «πως Τόλμησες να μου το κάνεις αυτό;…, έχεις όλο το χρέος να επανορθώσεις… εάν φυσικά μπορείς… που συνήθως… Δεν μπορείς… γι' αυτό θα δράσω μόνος μου... για να καταστραφώ...», για να του απαντηθεί, «πως Μπόρεσες και πως Τόλμησες να πειστείς πως σου το έκανα εγώ αυτό;… πως Τολμάς να με αμφισβητείς για το τι είμαι και το τι μπορώ.... εγώ Όλα τα μπορώ...».

Ένα μεταβιβαστικό αίτημα θυμού συνήθως και αναγκαστικά συνυπάρχει με ένα άλλο, στον μεταβατικό χώρο στην μακρόχρονη αναλυτική διαδικασία (αλλά και σε άλλα πλαίσια…) για να αλυσοδένονται τα δύο αιτήματα μεταξύ τους, και μέχρι τούτο να αναδυθεί, η αναζήτησή του θα συνεχίζει να χρονίζει, με ό,τι συνεπάγεται αυτό…

Salvador Dali
 

Το αίτημα λοιπόν αυτό μεταβιβάζεται στα σχεσιακά πλαίσια των ατόμων και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ένα πρόσωπο να αναπτύξει περαιτέρω τις άμυνές του με την αμυντική, δικονομική (π.χ.) προσκόλλησή του στην «αλήθεια» και την εκδραμάτιση του θυμού επάνω στο ίδιο, προκειμένου ο φθόνος αυτός να γίνει υποφερτός και ακίνδυνος και να παράσχει την εσωτερική (γνωστική και συναισθηματική), εξίσου την εξωτερική απόλαυση (σύμπτωμα) της εκφόρτισής του. Σταδιακά ενδέχεται να περάσει σε μία πιο ώριμη μετουσίωσή του, που να συνδυάζει (ας πούμε) την εσωτερική (πλέον) αποκάλυψη μαζί με την δικονομική λειτουργία, κατά κανόνα και τη σαδομαζοχιστική (ή αλλιώς χειραγωγική) διάδραση της εξουσίας, δεν παύει όμως να διατηρεί τον αμυντικό του χαρακτήρα.

Μένει λοιπόν στο άτομο να αρχίσει, σιγά σιγά και με κάποιον τρόπο…, να περνάει στο ταξίδι της ωριμότητάς του, όπου ο θυμός θα εκφραστεί με τρόπο περισσότερο λειτουργικό. Αυτό προϋποθέτει να αναπτύξει σταδιακά το υποκείμενο την ανοχή του να κοιτάξει τον εαυτό του και να αποδεχτεί την ανάγκη της διευθέτησης της σχέσης με το αντικείμενο, στο «τόσο, όσο...», αναλόγως του σχεσιακού πλαισίου του διυποκειμενικού γίγνεσθαι. Κατά συνέπεια, θα πρέπει παράλληλα να διευθετείται η βρεφική ναρκισσιστική, σαδομαζοχιστική / αυτοερωτική απόλαυση της εκφόρτισης στον εαυτό, πράγμα το οποίο επιτυγχάνεται με την λειτουργική «επιδείνωση» της σχέσης με τον αντικείμενο, δηλαδή με την απόσυρση (την αποταύτιση) από την καταβροχθιστική ταύτιση με αυτό, αφού το υποκείμενο είναι κατ’ αρχάς… φτιαγμένο για τον εαυτό του και το αντικείμενο κατ’ αρχάς… για τον δικό του…

Το να αγαπά λοιπόν κάποιος να κοιτάζει τον άλλον μπορεί να καταλήξει σε κάτι πολύ καλό για το αντικείμενο (και το διυποκειμενικό σύνολο εν γένει), εάν στο κοίταγμα αυτό το υποκείμενο εξασκεί την όρασή του, ώστε να κοιτάζει με τα μάτια του αντικειμένου και όχι με τα μάτια της πραγματικότητας και της αντικειμενικής αλήθειας, δηλαδή με τα μάτια τα δικά του…

...sympathy for the devil…


Η αθύμια του διαβόλου
----------------------------
(Το παρακάτω είναι απόσπασμα από το ποίημα του Λεκόντ Δελίλ (με τον πιο πάνω τίτλο), μεταφρασμένο από τον Αργύρη Εφταλιώτη.
Δυστυχώς δεν μπορώ να γράψω σε πολυτονικό, παρ' όλα αυτά το παραθέτω)

[...]Στρεφοαπλώνει τα χέρια, ζαρώνει τα νύχια, και κράζει
των ονείρων ο πρώτος, τ' αρχαίο το θύμα.
Κι η φωνή του πιό πέρα απ' τους όμορφους κόσμους τραντάζει,
που τους λουζει των ήλιων τ' απέραντο κύμα.

"Οι μονότονες μέρες -βροχή φοβερή- πλημμυρούνε
την αιώνια ζωή μου και δεν τη γεμίζουν.
Περηφάνιεα, χολή, απελπισία -του κάκου με σκούνε.
Ως κι οι αγώνες κι οι λύσσες βαραίνουν, συχύζουν.

Όσο ψεύτρα καί πλάνα η αγάπη, άλλο τόσο το μίσος !
Ήπια θάλασσες, άπειρα δάκρια και πάθια !
Κεραυνοί και μυριόκοσμοι ! Πέστε, πλακώστε με, κι ίσως
ο άγιος ύπνος με πάρει στα μαύρα του βάθια.

Και οι δειλοί που ευτυχούν, κι οι φτωχοί κολασμένοι, ως του
τ' ουρανού θεν' ακούν τα λαμπρά τότες ύψη
ν' ανεβαίνει φωνή -"Σατανάς δεν υπάρχει !"- μαζί του
και το έργο των έξη μερών θενά λείψει."
 
Jacopo del Conte - Portrait of Michelangelo



© 2018 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΨΥΧΙΚΟ ΚΑΝΑΛΙ ΤΟΥ ΑΛΥΤΡΩΤΙΣΜΟΥ


Όποτε εμμένουμε στο αντικείμενο του άλλου χάνουμε το αντικείμενο το δικό μας. Θεωρώ πως κάποιος μπορεί να καταφέρει να μιλήσει κυρίως γι’ αυτό που αφορά τον ίδιο, πολύ πιο δύσκολα γι’ αυτό που αφορά τον άλλον, γιατί τείνει να τον αντιλαμβάνεται και να τον αξιολογεί με βάση το «αντικείμενο» που του έχει ο ίδιος πετάξει μέσα του, ανεξάρτητα από το εάν ο άλλος είναι ή δεν είναι κάτι. Γι’ αυτό και στις ψυχοθεραπευτικές διαδικασίες, αυτές που διαθέτουν έναν αυθεντικό τρόπο περαίωσης, η λειτουργία του αναλυτή οφείλει να είναι τόση όση… και σίγουρα να οδηγεί στην ανάδυση του συναισθήματος και όχι σε καθοδηγήσεις (όσο το δυνατόν) και χειραγωγία, υπό την έννοια ότι η ευθύνη της σωτηρίας του υποκειμένου βαραίνει κατ' αρχάς και αναγκαστικά τη γνώση του, εφόσον όλα τελικά θα περάσουν από την εγκεφαλική λειτουργία τη δική του, επιπλέον επειδή και εάν λειτουργεί η ανάγκη του να λυτρωθεί. Οι οδηγίες προς ναυτιλλομένους είναι για τα παιδιά από τους κηδεμόνες τους και το σχολείο, όχι για τους ενηλίκους από τους θεραπευτές.

Pablo Picasso - Guernica

Κατά συνέπεια, ένας άνθρωπος θα πρέπει να καταφέρει να αναγνωρίσει κατά τρόπο λιγότερο εγκεφαλικό και περισσότερο βιωματικό τον θυμό και τον φθόνο τον δικό του, ώστε να γίνει εφικτό και να επιτραπεί να ανακαλυφθούν (από τον όποιον...) οι απαντήσεις σε μη λεκτικοποιημένα ερωτήματα που μπορεί να του έχουνε τεθεί. Όταν μιλάω εδώ για φθόνο, αναφέρομαι σε ψυχικές ποιότητες και όχι σε συμπεριφορικές διαστροφές οι οποίες καθιστούν κάποιον ψυχοπαθητικό ή ηθικά, άλλοτε και σεξουαλικά διεστραμμένο, με όλες τις δικαιολογίες συχνά για τον εαυτό του... Στοιχεία φθόνου με διαφορετικές ποιοτικές και ποσοτικές εκφάνσεις υφίστανται στους πιο πολλούς ανθρώπους, καθόσον τα δύο αυτά συναισθήματα γίνονται ευκολότατα πανδημία, όπως η χολέρα, ειδικά στις μέρες μας που η βία διαφημίζεται πανεύκολα και συνεχώς.

Όταν ένα ερώτημα δεν λεκτικοποιείται, τότε ένα πρόσωπο τείνει να συγκρατεί συχνά σε μία αμοιβαία χειραγώγηση για παράδειγμα τους παρορμητικούς ξένους γύρω του, αυτούς που διαθέτουνε δυναμικό και εργάζονται ψυχικά στις δύο μανιχαϊστικές διαστάσεις (καθόσον τη μία δέχονται και την άλλη διώχνουν και αυτό μπορεί να γίνει ιδιαίτερα βολικό...), χωρίς να επιδράνε στην αντιφατικότητα αυτή οι όποιες γνώσεις τους, είτε είναι λίγες είτε είναι πολλές. Έτσι το πρόσωπο αυτό τείνει να εκδραματίζει συνέχεια στα πρόσωπα αυτά το ερώτημά του, μήπως και λάβει κάποτε την απάντηση που επιθυμεί.

...όμοιος ομοίω αεί πελάζει...


© 2018 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η ναρκισσιστική διαταραχή ανήκει στην κατηγορία των διαταραχών προσωπικότητας, οι οποίες είναι συντονικές προς το εγώ, καθόσον είναι ασυμπτωματικές. Παρουσιάζουν επιπλέον χρονιότητα και ακαμψία, καθώς δομούνται από ισχυρά και δύσκαμπτα γνωρίσματα που ο Reich (1949) ονομάζει «πανοπλία του χαρακτήρα» και με διάχυση σε όλη την προσωπικότητα. Λόγω των χαρακτηριστικών αυτών συγκροτούν μαζί με τη νοητική υστέρηση μία υπερκείμενη κατηγορία (άξονας 2), ενώ όλες οι υπόλοιπες διαταραχές συμπεριλαμβάνονται σε μία ενιαία κατηγορία (άξονας 1), όπου τα παθολογικά χαρακτηριστικά υφίστανται μόνο κατά τη διάρκεια των επεισοδίων μίας διαταραχής. Οι διαταραχές δηλαδή του άξονα 1 παρουσιάζουν πολύ μικρότερη έκταση στη διάρκεια της ζωής και στο σύνολο της προσωπικότητας ενός ανθρώπου και βιώνονται ως οδυνηρές.

Αντίθετα, οι πάσχοντες από διαταραχές προσωπικότητας, καθόσον εν γένει δεν παρουσιάζουν συμπτώματα τα οποία (από τη φύση τους) είναι δυστονικά προς το εγώ, δηλαδή ανεπιθύμητα στους ίδιους, και επειδή εν γένει δεν βλάπτεται η επαφή τους με την πραγματικότητα, θεωρούν πως η συμπεριφορά τους είναι έλλογη και φυσιολογική. Κατ’ επέκταση δεν προσέρχονται εύκολα σε θεραπεία (και δεν θεραπεύονται εύκολα) εκτός και αν υπάρξει εκλυτικός παράγοντας εξαιτίας της εκδήλωσης συμπτωμάτων από συνοδές διαταραχές ή εάν το απαιτήσει ο περίγυρός τους, ο οποίος βλάπτεται από τη συμπεριφορά τους.

Παρ’ ότι υπόκειται συχνά βίωμα οδύνης στους πάσχοντες, αυτό οφείλεται στο γεγονός πως οι σχέσεις τους διασαλεύονται σοβαρά εξαιτίας της σημαντικής τους δυσκολίας να νοιώσουν, να σκεφτούν και να πράξουν αποτελεσματικά και ενσυναισθητικά. Για διάφορους λόγους οι διαταραχές προσωπικότητας συνιστούν μία αμφιλεγόμενη κατηγορία (με χαμηλή αξιοπιστία και εγκυρότητα), ίσως και επειδή οι εισηγητές της, θα υπέθετα η ίδια λίγο ειρωνικά, καταλογογραφούνται αδιάγνωστα περισσότερο ή λιγότερο και για διαφορετικούς λόγους στην κατηγορία αυτή.

Ως προς τη ναρκισσιστική διαταραχή, που εν προκειμένω με ενδιαφέρει, οι περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή τους άτομα με υπέρμετρη αλαζονεία, φιλαυτία, αδικαιολόγητη αυτοπεποίθηση και απουσία εμπάθειας. Υπάρχουν για παράδειγμα άνθρωποι που μπορεί να αξιολογούν τον εαυτό τους με έναν αμετροεπή τρόπο, του τύπου (για να το θέσω γλαφυρά) «μεγαλογιατρός είμαι, στο τάδε γνωστό ιατρικό κέντρο, έξυπνος και κοινωνικά φτασμένος, άρα η «αρρενωπότητα» που μου παρέχει η κοινωνική μου αναγνωρισιμότητα μού προσφέρει το εχέγγυο της ακάματης επιτυχίας, όταν αποπειρώμαι να κάνω τα σεξουαλικά (και σεξιστικά μου εννοείται) ψώνια ανά πάσα ώρα και στιγμή…».

Antoni Clavé-Roi

Ο ναρκισσισμός αυτός στις διαφορετικές του εκφάνσεις εξελίσσει και διάφορες μορφές σαδισμού και φθόνου χωρίς να αναφέρομαι στον κακοήθη ναρκισσισμό του Kernberg: Τα πρόσωπα αυτά προσπαθούν να θέτουν τους εαυτούς τους στο επίκεντρο του «κυνηγιού» και της προσοχής, χαρακτηρίζονται από απουσία ενσυναίσθησης για πολύ σημαντικές ανάγκες των άλλων και υποτίμηση γι’ αυτούς, επιδιώκουν κατά κανόνα την επαφή με αυτούς που θεωρούν του ύψους του δικού τους δοκιμάζοντας τις δυνάμεις τους με τον «δύσκολο» άλλο, αν και συχνά το αποφεύγουν διότι δεν διαθέτουν ανοχή στην ματαίωση, την αποτυχία και την απόρριψη, επιπλέον ενδέχεται να είναι σεξουαλικά σαδιστές. Η χειριστικότητα αυτών των προσώπων τα οδηγεί συχνά σε πραγματική κακοήθεια και θράσος και σε μεθοδευμένες μηχανορραφίες, τρόπους προσέγγισης, και προσπάθειες πατροναρίσματος, μέχρι να επιτύχουν να εντάξουν και να διατηρήσουν στο διαφυλικό και διαπροσωπικό πεδίο της δράσης τους όσα άτομα κρίνουν πως τα ενδιαφέρουν ως τρόπαια και ως δορυφόροι, περισσότερο ή λιγότερο πολύτιμοι γι’ αυτούς. Το αρνητικό υποκείμενο βίωμα των ιδίων εξαρτάται από τις κοινωνικές τους ευκαιρίες και τις περιστάσεις και από τις δυνατότητες που αυτές προσφέρουν για επιτυχημένη εκδραμάτιση. Κοντολογίς, η συμπεριφορά των προσώπων αυτών οδηγεί τους άλλους να τους στολίζουν κυρίως με κοινά κοσμητικά της καθομιλουμένης και όχι με παθογνωμονικούς χαρακτηρισμούς.

Στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αντιρρήσεις και αντιστάσεις, εκδηλώνουν ιδιαίτερα περιορισμένη ικανότητα ανοχής και χειρισμού λεκτικών στρατηγικών, χάνουν την ψυχραιμία τους, υφίστανται ένα είδος τρόμου και ψυχικής κατάρρευσης η οποία εκδηλώνεται στην αυτοεκτίμηση και το αυτοσυναίσθημά τους, κατά συνέπεια εγκαταλείπουν εύκολα, σίγουρα δε στις περιπτώσεις όπου η αρρενωπότητα η δική τους χτυπάει πάνω στην αρρενωπότητα και την επεξεργασμένη εμπειρία του άλλου ή της άλλης. Πολύ περισσότερο αυτό συμβαίνει εάν διαφύγει από μέσα τους, στην ατμόσφαιρα της αυτοπεποίθησης τους, η ανεπαίσθητη «μυρωδιά» (ο ασύνειδος τους φόβος δηλαδή) του «μικρονοϊκού», του εκλιπόντος δεινοσαύρου, αφού το θυμικό τους (ο φόβος της απόρριψης, η καχυποψία, ο φθόνος και η κατάρρευση της αυτοεικόνας) μπορεί να τους εμποδίσει να αντιληφθούν και να προσαρμοστούν στα απαραίτητα, τα κόσμια, και τη χιουμοριστική αποφυγή.

Ως προς την αιτιολογία της ναρκισσιστικής διαταραχής, η ίδια δεν έχω συναντήσει στη βιβλιογραφία κάποια συμπερίληψη βιολογικών παραγόντων λόγω του ότι η ναρκισσιστική διαταραχή δεν αποτέλεσε επίκεντρο ενδιαφέροντος βιολογικών προσεγγίσεων. Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά δεν θα απέντασσα τον παράγοντα της ιδιοσυγκρασίας, δηλαδή της ενδεχόμενης υποκείμενης νευρολογικής ευαλωτότητας (που μπορεί να υπόκειται για διάφορους λόγους και η οποία ισχύει για άλλες διαταραχές της κατηγορίας), η οποία θα μπορούσε να πυροδοτήσει διαφορετικά άγχη, πάντοτε υπό συνθήκες. Άλλωστε υφίσταται διχογνωμία για το αν οι διαταραχές προσωπικότητας διαφοροποιούνται μεταξύ τους βάση ποιοτικών ή ποσοτικών κριτηρίων, οπότε στη δεύτερη περίπτωση το ιδιοσυγκρασιακό υπόβαθρο φαίνεται να γίνεται σχετικά κοινό σε όλες και όχι σε κάποιες μόνο από αυτές.

Πέραν του παραπάνω, προσωπικά θα έδινα ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της γονεϊκής ανατροφής και συμπεριφοράς, κατ’ αρχήν όχι ως προς την έκδηλη συμπεριφορά, χωρίς να την απεντάσσω από το γενικότερο πλάνο, αλλά κυρίως ως προς την άδηλη συμπεριφορά. Τι θέλω να πω με αυτό: Παρ’ ότι η φανερή συμπεριφορά των γονέων καθοδηγεί τα παιδιά τους σε μιμήσεις και μαθήσεις, αυτό δεν συνεπάγεται πως τα παιδιά αναπτύσσουν τόσο σοβαρό, δύσκαμπτο και διάχυτο εσωτερικό έλλειμμα (και συνεπώς διαταραχή) επειδή ό,τι μαθαίνουν από τους γονείς τους είναι προβληματικό. Εάν, όλα όσα μαθαίνουν από τους γονείς τους είναι προβληματικά, αυτό σημαίνει πως οι γονείς τους είναι προβληματικοί και «κακοποιούν» τα παιδιά τους, οπότε η κακοποίηση έρχεται πάντα ως αρχικός αιτιακός παράγοντας και μένει να εξετάσουμε πως και εάν αυτό προκαλεί συμπτώματα και έπειτα έρχεται η «διδασκαλία» (με όλους τους τρόπους), που θα λειτουργήσει ως πυξίδα του εξατομικευμένου συμπτώματος και συνεπώς της εκδραμάτισης.

Η ίδια βρίσκομαι πιο κοντά στην άποψη του Kernberg (1975) (ο οποίος βασίστηκε στο έργο του Rosenfeld, 1964), βάσει της οποίας η ναρκισσιστική διαταραχή αναπτύσσεται σε περιβάλλοντα με τυπικά ψυχρούς γονείς που επιφανειακά λειτουργούν καλά, αλλά έμμεσα είναι επιθετικοί και αδιάφοροι απέναντι στις βασικές και τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού, ενώ παράλληλα το αντιμετωπίζουν ως ιδιαίτερο πλάσμα. Πιστεύω πως το παιδί, για να μην εξαρτηθεί από γονείς που του έχουν προκαλέσει το φθόνο, την πείνα, την οργή και την καχυποψία και για να επιβιώσει από την αντίφασή τους, αναπτύσσει μία καταβροχθιστική παντοδυναμία και ένα αίσθημα μεγαλείου, αφενός για να αναχαιτιστεί ο μη προσαρμοστικός φθόνος, αφετέρου για να διατηρηθεί το ψυχικό ύψος του υποκειμένου, το οποίο μπορεί ανά πάσα ώρα και στιγμή να καταποντιστεί, εξαιτίας της καχυποψίας του ιδίου και της αντίστασης του άλλου.

Isabel Miramontes

Για να επεκταθώ πλέον σε μία επιστημολογική συζήτηση, η προσωπική μου γνώμη είναι πως οι διαγνωστικές κατηγορίες διαθέτουν μόνο μερικό νόημα τόσο για τους ειδικούς όσο και για όλους τους ανθρώπους. Όλοι στο χώρο γνωρίζουμε πως η χρήση είτε ποιοτικών είτε ποσοτικών κριτηρίων για τη συγκρότηση των κατηγοριών είναι προβληματική, οπότε προτιμούμε έναν συνδυασμό αυτών προκειμένου να θεραπεύσουμε το πρόβλημα. Εγώ δεν είμαι βέβαιη πως το πρόβλημα λύνεται επαρκώς και πιστεύω πως δεν παύει ποτέ το όλο ζήτημα να εξαρτάται από το σύστημα αξιών και ευρύτερα από τη μεταβίβαση του ίδιου του ερευνητή(ών) η οποία είναι πάντα υπαρκτή και ζώσα. Όσο δεν μπορεί να μπει στο απυρόβλητο το αναλυτικό πλαίσιο, άλλο τόσο δεν μπορεί να μπει στο απυρόβλητο σχεδόν καμία άλλη γνώση, καθόσον κάθε μία από αυτές συμμετέχει σε μία ταξινομία που αποτελεί μία γνωστική κατασκευή και η οποία συγκροτείται για την επίλυση ζητημάτων κυρίως πρακτικών. Ούτε για τους περισσότερους ενδιαφερόμενους μπορεί να έχει μεγάλη αξία η ένταξή τους σε κάποια διαγνωστική κατηγορία.

Σχετικά με το ακριβώς τελευταίο, ας θέσω ένα παράδειγμα: Σε μία κυρία, στην οποία (αν θυμάμαι καλά) είχε γίνει διάγνωση βαριάς κατάθλιψης ή κάτι συναφούς, δόθηκε μία πληροφορία πως πάσχει από τη νεοσυσταθείσα στο DSM-5 διαταραχή παρασυσσώρευσης (όπου μάλλον το αιτιατό γίνεται αίτιο, αλλά ας μην προχωρήσω σε αυτό). Ενώ στο παρελθόν όλοι και η ίδια (υποθέτω) είχαν ασχοληθεί με τη κατάθλιψή της κατά τρόπο μηρυκαστικό, οδηγώντας σε αδιάπαυστη αναπαραγωγή των νοημάτων, των συμπτωμάτων και των δευτερογενών οφελών, τώρα όλοι, μα όλοι ασχολούνταν με την παρασυσσώρευσή της, μάλιστα και κατά τρόπο βάναυσο, ενισχύοντας το χειριστικό μοτίβο της κυρίας, τις σαδομαζοχιστικές ανταλλαγές και τις ανούσιες εκατέρωθεν αιτιολογίες των φαινομένων, χωρίς να αγγίζεται κατά διάνοια το υποκείμενο βίωμα του ανθρώπου που βασανίζονταν (του οποίου η τάση να διατηρεί αντικείμενα είναι ενδεχομένως ένα μεταλλαγμένο σύμπτωμα ή ένα επιπλέον σύμπτωμα της κατάθλιψης), ούτε ο ιδρυματισμός του πλαισίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν οι ασθενείς γίνουνε καλά, αυτό συμβαίνει λόγω της κεκτημένης γνώσης τους, που μέχρι τώρα τους έχει κρατήσει στη ζωή, και πολύ λιγότερο λόγω της λειτουργίας του πλαισίου.

Προσωπικώς δεν με πειράζει και λίγο να φιλοσοφώ... «στη φιλοσοφική βρίσκεσαι  εξάλλου…», μου είχε δηλώσει ένας φίλος, τότε που ήμουνα στο ΦΠΨ (ο οποίος ενδεχομένως ταλανίστηκε από το πρόβλημα που περιέγραψα παραπάνω), όταν του φανέρωσα πως σ’ ένα γραπτό μου είχα κάποτε φιλοσοφήσει και μάλλον αυτό με έθεσε τότε στο μάτι του «κυκλώνα». Πέραν τούτου με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η άποψη της γλωσσολόγου Dorothy Lee γύρω από τα ζητήματα που αφορούν στο βάναυσο χειρισμό της πραγματικότητας. Ενδεχομένως ακούγεται και λίγο ακραίο αυτό (και με κάποιον τρόπο φαίνεται να συμφωνώ με τον φίλο μου τον Γ.), για μένα οι επιστημονικές ανακαλύψεις δεν παύουν να συνιστούν απόψεις συχνά συμπαθητικές, ενώ οι εξωεπιστημονικές συνιστούν απόψεις που κυρίως προκαλούν ναυτία.

Θεωρώ πως κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής μου θητείας διδάχτηκα πολλά και κυρίως να σκέφτομαι απείρως πιο σωστά απ' ότι στο παρελθόν, με το να βρίσκομαι σε κάποια ετοιμότητα να είμαι μέτρια σίγουρη γι' αυτό που πρόκειται να πω. Σκέφτομαι λοιπόν πια πως ίσως να είναι περισσότερο σημαντικό όχι τόσο να συμφωνήσει κάποιος με κάποιον άλλον, όσο να μπορεί να διαφωνήσει. Βέβαια κάτι τέτοιο όχι μόνο μπορεί να παράσχει μία ένδειξη για την ικανότητα κάποιου να ελέγχει την καταβροχθιστηκότητά του και τις προβολές του, συνεπώς τον πρωτογονισμό του, παράλληλα όμως γίνεται και ένας υπαινιγμός για τη συγκρουσιακή ποιότητα ενός ψυχισμού …

...ουδείς τέλειος...
...ουδέν κακό, αμιγές καλού...
(...για να μην ξεχνάμε και τους αρχαίους...)

© 2018 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Βιβλιογραφία:

Καλογεράκη, Λ., Μιχόπουλος, Ι. (2017). Η Διαταραχή Παρασυσσώρευσης στο DSM-5: Κλινική περιγραφή και γνωσιακή προσέγγιση. Ψυχιατρική, 28(2), 131-141.

Κανακάκη, Ε. (2018). Η επίθεση στην πραγματικότητα. Ανακτήθηκε από https://psychofil.blogspot.com/2018/09/blog-post_30.html

Μάνος, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press

Μπακιρτζόγλου, Σ. Ναρκισσιμός: Όταν η αγάπη στρέφεται επί εαυτού. Ανακτήθηκε από http://www.epekeina.gr/a_files/2015/MeaningNarcissisme.pdf

Χατζησταυράκης, Γ. (2016). Ο κακοήθης ναρκισσισμός στην αναλυτική κατάσταση. Ανακτήθηκε από http://www.inpsy.gr/el/digital-library/arthra/arthra-ellinika/290-2013-04-24-19-40-48

Χριστοπούλου, Α. (2008). Εισαγωγή στην ψυχοπαθολογία του ενήλικα. Αθήνα: Τόπος

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


[...Ακούγεται εξωπραγματικό ως ιδέα, κι όμως συμβαίνει: Ό,τι θεωρούμε ως αληθινό εξαρτάται απόλυτα απ’ τη γλώσσα που μάθαμε να μιλάμε.
~~
Η γλωσσολόγος Dorothy Lee, ανέλυσε την ινδιάνικη γλώσσα Wintu και λέει γι’ αυτήν:

Αυτό που επαναλαμβάνεται είναι η νοοτροπία της ταπεινότητας και του σεβασμού προς την πραγματικότητα, προς τη φύση και προς την κοινωνία. Δεν μπορώ να βρω έναν ικανοποιητικό αγγλικό όρο για τη νοητική αυτή διεργασία, που είναι τόσο ξένη στην παιδεία μας.

Εμείς είμαστε επιθετικοί απέναντι στην πραγματικότητα. Λέμε “αυτό είναι ψωμί”. Οι Wintu λένε “ονομάζω αυτό ψωμί” ή “αισθάνομαι ότι είναι ψωμί” ή “βλέπω πως είναι ψωμί”.

Ένας Wintu δεν λέει ποτέ απόλυτα “αυτό είναι…” Αν μιλά για μια πραγματικότητα που δε βρίσκεται μέσα στην περιοριστική εμπειρία δεν τη δηλώνει καν, απλώς την υπαινίσσεται....]
--------------------


Το παραπάνω είναι απόσπασμα, από το άρθρο που τίθεται κατωτέρω. 

Πριν λίγο καιρό είχα μία συζήτηση, γύρω από τη φαινομενολογία της αντίληψης της πραγματικότητας, και ασφαλώς η ευφυής απάντηση που πάντοτε λαμβάνω είναι παρόμοια, με αυτή (και με την παραπάνω) : «Αυτό μπροστά σου είναι ένα τραπέζι και αν ρωτηθείς και εσύ, την ίδια απάντηση θα δώσεις».

Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε σημεία, γύρω από τα οποία θα έπρεπε να συλλογιστεί κάποιος σοβαρά:
Το πρώτο αφορά στη συστηματική γλωσσική κωδικοποίηση ενός αντικειμένου, από ένα πρόσωπο, ώστε αυτό να οριστεί και να καταστεί επικοινωνιακά επεξεργάσιμο και από άλλα πρόσωπα, για την αντίληψη όμως του οποίου δεν διαθέτουμε ουδεμία πληροφορία, καθόσον αυτή υποπίπτει στις αντιληπτικές διεργασίες ετέρου προσώπου. Σε μας δεν φτάνει τίποτε περισσότερο από μία γλωσσική κωδικοποίηση, η οποία υποτάσσεται εξάλλου στο πολιτισμικό πλαίσιο και το γλωσσικό πλουραλισμό ενός ανθρώπου.

Το δεύτερο αφορά στο νόμο των πιθανοτήτων, βάσει του οποίου είναι πιθανό να κωδικοποιηθεί ένα αντιληπτικό γεγονός, με έναν τρόπο και όχι μ' έναν άλλο. Κυρίως όταν πρόκειται για μεταβιβάσιμες γνώσεις, μέσα σ’ ένα πολιτισμικό πλαίσιο και μέσα σε ένα σύνολο κυρίαρχων γνώσεων, η κωδικοποίηση των στοιχείων ορίζεται από το πλαίσιο αυτό. Εάν κάποια πρόσωπα έπρεπε να κωδικοποιήσουν στοιχεία σε ένα ξένο, σε αυτά, πλαίσιο, τότε οι κωδικοποιήσεις (λέω εγώ) θα ήταν περισσότερες, διότι η μεταβιβάσιμη γνώση, ή εμπειρία τρόπον τινά δεν θα είχε την ίδια δραστικότητα.

Συναφές με το προηγούμενο είναι πως η κωδικοποίηση της πραγματικότητας γίνεται πολύ πιο πλουραλιστική, όταν αυτή αφορά σε θέματα συγκεχυμένα, αφηρημένα, ιδεαλιστικά και πολύπλοκα, και αυτά τα θέματα είναι πάρα πολλά, ώστε να δημιουργούν νέες, περισσότερο «αντικειμενικά...» προσπελάσιμες πραγματικότητες.

Το τέταρτο σημείο αφορά στη διαφορετική κωδικοποίηση, από ειδικές ομάδες ανθρώπων, όπως άνθρωποι με ειδικά ταλέντα ή άνθρωποι με αλλόκοτο τρόπο σκέψης, πράγμα το οποίο τα καθιστά σαφώς λιγότερο προβλέψιμα από τους άλλους, όπως, επί παραδείγματι, η διαγνωστική κατηγορία των σχιζοφρενών, για τους οποίους, αυτό που εμείς κρίνουμε ως παραλήρημα, είναι αδιαμφισβήτητα αληθινό (για εκείνους) και θα έλεγα πως έχουν δίκιο, είναι αληθινό!

Τέλος, το νευρικό σύστημα ελέγχει και ελέγχεται από το σώμα και εφόσον «ο εγκέφαλος τελεσιδικήσει» για ένα εισερχόμενο, έχουν ήδη παρεμβληθεί οι διαδικασίες που αφορούν στην αντίληψη, τη μνήμη, την κωδικοποίηση των εισερχομένων και πολλά άλλα που εγώ δεν τα γνωρίζω.
[…Σύμφωνα με το γνωστικό κονστρουκτιβισμό, η αλήθεια όπως και η ομορφιά, βρίσκεται στα μάτια (ή στο νου) του βλέποντος!...]
(Από το βιβλίο «Εκπαιδευτική ψυχολογία (κονστρουκτιβισμός), των Elliott, Kratohwill, Cook, Travers)

Θα έκλεινα το όλο θέμα υποστηρίζοντας πως κάποιες κοινές παραδοχές, για την πραγματικότητα, συντελούν στην οργάνωση της καθημερινότητας και όχι στην πραγματική αντίληψη αυτής η οποία είναι άπειρη, πολυσήμαντη και πολλαπλά ερμηνεύσιμη!

Οι Wintu και οι όμοιοι τους έχουν δίκιο (ή μάλλον είχαν, γιατί «διαφώνησαν...» με αυτούς που «ήξεραν...») που δεν μιλούν για μία πραγματικότητα, απλά την υπαινίσσονται. Εξίσου η Dorothy Lee έχει δίκιο ισχυριζόμενη πως είμαστε επιθετικοί, απέναντι στην πραγματικότητα. Όπως άλλωστε, θα συμπλήρωνα εγώ, είμαστε επιθετικοί, με χίλιους τρόπους, οι οποίοι περνάνε λαθραία και νομιμοποιούνται από τις «ιδέες», τις «επιστημονικές (ή επιστημονικοφανείς) αντιλήψεις» και εν τέλει τον «πολιτισμό». 

Ο τρόπος που κωδικοποιούμε την πραγματικότητα δεν υποννοεί μόνο την παρείσφρηση της επιθετικότητας, αλλά και πολλές άλλες ασυνείδητες υποδηλώσεις ή αλλιώς κίνητρα που αφορούν στη συντήρηση ασφαλών πλαισιών κοινωνικής αναφοράς, πράγμα που κάνει σαφή υπαινιγμό στην ανάγκη της συντήρησης της ψυχικής ισορροπίας του υποκειμένου. 

...εν τέλει, πολλοί νομίζουν πως μιλάνε τη λογική, την αντικειμενική, την επιστημονική γλώσσα, αλλά τελικά μιλάνε τη γλώσσα του προσωπικού τους «πάθους»...
…όντως η αλήθεια και η ομορφιά βρίσκονται στα μάτια και το νου του βλέποντος…


 © 2018 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')