Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΨΥΧΙΣΜΟΥ



Όλοι όσοι προσπαθούμε να εντρυφήσουμε πάνω στα ζητήματα της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας, στηριζόμαστε σε κάποιες θεωρίες και θεωρητικές κατασκευές, που δεν παύουνε ποτέ να είναι γενικές, αφαιρετικές. Αυτό σημαίνει πως αφενός δεν γίνονται εύκολα επεξεργάσιμες ειδικότερες, αλλά ευρύτατες και σημαντικές περιοχές γνώσης, οι οποίες ερείδονται και εξελίσσονται από τις θεωρίες αυτές, αφετέρου και συνακόλουθα πως δεν αντιμετωπίζεται ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι περιοχές (ή «αναπτύξεις» θα έλεγα) δομούν την «αφήγηση» ενός συγκεκριμένου προσώπου.

Αυτές οι ατομικές «αφηγήσεις» μπορούν να γίνουν αντικείμενο συστηματικής επεξεργασίας, όχι θεωρητικά αλλά μέσα σε μία αναλυτική πράξη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν διαπερνούν το διαπροσωπικό χώρο, όπου μετατρέπονται σε μορφές συχνά αμοιβαίας κατάθεσης εμπειριών. Το ζήτημα αυτό της αναλυτικής διερεύνησης μπορεί εμμέσως να μας διδάξει κάτι το οποίο είχε μάλλον επισημάνει και ο Erich Fromm, όταν αντιστεκόταν στην άποψη του Freud πως η κοινωνία έχει ως μονοδιάστατο ρόλο να δρα επισχετικά στην εκδήλωση ή την έκφραση των ενορμητικών αναγκών.

Αυτή η αντίσταση του Fromm φαίνεται να συνηγορεί με τη δική μου άποψη, πως μέσα στο περιβάλλον διαμορφώνονται καινούργια νοήματα, πάνω σε νοήματα που έχουν πρωταρχικά δομηθεί (όχι βέβαια απλά ή απλοϊκά), από τα διαμειβόμενα μεταξύ βρέφους και φροντιστικών προσώπων, και πως ένα πρόσωπο, στα κατοπινά χρόνια της ζωής του, δεν κάνει ευθεία αναφορά στις ψυχικές του καταβολές, σε αυτά δηλαδή τα βρεφικά διαμειβόμενα. Αυτά συνιστούν κυρίως το υπόβαθρο, πάνω στο οποίο οι ψυχικές διαδικασίες (με ό,τι συνεπάγονται εξελικτικά αυτές) θα εκδιπλωθούν, και παράλληλα μία δεξαμενή με ψυχικό υλικό, το οποίο περνάει στην κυκλοφορία, εμπλουτίζοντας τα νοήματα που δομούνται, στα επόμενα χρόνια της ζωής.

Vincent Van Gogh

Αυτή η «δεξαμενή» άντλησης «νοημάτων» τίθεται περισσότερο κατηγορηματικά και άκαμπτα, όταν το φροντιστικό περιβάλλον παραμένει μονοσήμαντο (ίσως εξίσου παθολογικό) και αναλλοίωτο, έχοντας δηλαδή συντηρήσει εμβόλιμες, στείρες, μη μεταβολίσιμες κανονικότητες, στα μακρά χρόνια της διαμόρφωσης των μοτίβων του ψυχισμού ενός ανθρώπου. Μέσα σε αυτή δηλαδή τη χρονικότητα εξελίσσονται οι σκληροπυρηνικές ή σε ακραίες περιπτώσεις, οι ψυχοπαθολογικές εκφάνσεις της προσωπικότητας.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, αυτό που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά ένα βρέφος στα δικά του εισερχόμενα (διαφορετικός από τον τρόπο ενός άλλου) και τα νοήματα που αποδίδονται σε αυτά τα εισερχόμενα..., νοήματα συνυφασμένα με διαφορετικά συναισθήματα ή άλλες ασύνειδες ψυχικές αναπαραστάσεις, που βασίζονται στη φαντασίωση, την ικανότητα της μητρικής ονειροπώλησης, σε προβλητικούς ή άλλους αμυντικούς μηχανισμούς. Αυτή η διασυνδετική δόμηση νοημάτων, μαζί με ό,τι άλλο την αφορά ή τη συνοδεύει, εξελίσσεται σταδιακά, μέσα σε ένα οικογενειακό συγκείμενο, όπου έχουν εκκολαφθεί διαφορετικές (από ένα άλλο) νοοτροπίες, ψυχικές αποκρίσεις και πλαισιώσεις των θεμάτων της ζωής.

Παρ’ ότι διατηρώ αποστάσεις από τη φροϋδική αναπτυξιακή θεωρία, θα θέσω ένα σχετικό παράδειγμα, που αφορά στις διαφορετικές εκφάνσεις, αλλά και τα διαφορετικά νοήματα και μοτίβα στοματικότητας:

Σε κάποιες περιπτώσεις (λ.χ.), η στοματικότητα είναι πιθανό να εκδηλωθεί μέσα από λεκτικές συμπεριφορές ή άλλες λεκτικές διαπροσωπικές διευθετήσεις που παραλαμβάνουν (μετουσιώνουν) τις λιβιδινικές (με την ευρεία έννοια!) ανάγκες, οι οποίες σχετίζονται με τις βρεφικές στοματικές διευθετήσεις που ενεπλέκουν τη λειτουργία και την επικοινωνιακότητα! του φροντιστικού προσώπου. Αυτές οι λεκτικές εκροές και διευθετήσεις μπορούν να αποτελέσουν ένα κυρίαρχο (και ακίνδυνο) κανάλι παραλαβής και ικανοποίησης των λιβιδινικών αναγκών (νοούμενες πάντα με την ευρεία έννοια τους), εάν το φροντιστικό πρόσωπο έχει υπάρξει συναισθηματικά «παγωμένο» -κατά την πλέον πρώιμη φάση ανάπτυξης του βρέφους- ώστε να έχει προξενήσει μία σχετική ψυχική απόσυρση (και πάγωμα...), σε αυτό, και υποθετικά;... τη σήμανση «συναγερμών...», σε θεμελιώδεις συναισθηματικές απόπειρες προσέγγισης από άλλα πρόσωπα.

Σε άλλη περίπτωση, το φροντιστικό πρόσωπο, λόγω ενός πρωτόγονου, παλινδρομικού τύπου ναρκισσιμού(;), ενδέχεται να έχει ικανοποιήσει τις ψυχοσυναισθηματικές ανάγκες του βρέφους καταχρηστικώς και βολικά! μέσω της στοματικής οδού, σε βαθμό που να έχει προκαλέσει απόλυτη σύγχυση μεταξύ σωματικού και ψυχικού βιώματος, κατ’ επέκταση τη δημιουργία στοματικών συμπεριφοριστικών μοτίβων εκδραμάτισης «παθών...».

Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, γιατί η κουβέντα ξεμακραίνει πια απαιτώντας μεγάλη ποσότητα μελάνης, αλλά θα καταλήξω πως δύο πρόσωπα θα φτάσουν στα διαφορετικά μοτίβα στοματικότητας (με διαφορετικές αναγκαστικά ασυνείδητες συνδηλώσεις), από διαφορετικές οδούς αλληλεπίδρασης, με τα φροντιστικά πρόσωπα, και οικογενειακές χρονικότητες και ασφαλώς λόγω των ιδιαιτεροτήτων των ιδιοσυγκρασιακών χαρακτηριστικών, παρά την πιθανότητα της κοινότητας μίας ιδιοσυγκρασιακής βάσης.

Τα παραπάνω συνεπάγονται αφενός πως το φροντιστικό πρόσωπο θα μπει στον διυποκειμενικό χώρο της ανάπτυξης στοματικών καθηλώσεων που δεν εξελίσσονται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα βρέφη, αφετέρου πως κάθε βρέφος παραλαμβάνει και αποδίδει με τρόπο διαφορετικό τα σχετικά «εισερχόμενα». Τούτο σημαίνει πως κάθε βρέφος θα δρομολογήσει πρωταρχικά ένα δικό του ασύνειδο «νόημα», επενδεδυμένο από δικά του συναισθήματα και φαντασιώσεις, (που μπορεί να περάσει σταδιακά στην τάξη του συμβολικού, δηλαδή να γίνει γλωσσικά εμπράγματο, καθώς αυτό εξελίσσεται) το οποίο θα εκκολάψει σταδιακά την ενόρμηση...

...να κάνει... ή να μην κάνει κάτι!...

και τούτο το δικό και ειδικό πράγμα (και οι αναπτύξεις του) είναι πλέον αυτό που ενδιαφέρει και όχι μία θεωρία γενική

Αυτά τα ατομικά νοήματα, με όλες τις συναισθηματικές ή άλλες ασυνείδητες συνδηλώσεις τους, δημιουργούν μία αλυσίδα (θα μπορούσαμε να πούμε) σημαινόντων ή εκκολαπτόμενων επιπέδων νοημάτων, τα οποία μπορούν να ενταχθούν σε μία διαδικασία διερεύνησης (που δεν μπορεί να περιοριστεί στις γνωστικές πλευρές της ύπαρξης, αλλά προϋποτίθεται η σταδιακή ανάπτυξη της εναισθησίας), ώστε να απαρτιωθεί, μέσα από τα επιμέρους, ένα ατομικό αφήγημα, που δεν θα περιορίζεται σαφώς στις περιγραφές των εξωτερικών πραγμάτων, αλλά θα περνάει στα παραπάνω εσωτερικά «συμβάντα...»,

...εκείνα που θα συντηρήσουν (σε πρώτη φάση!) τα εξωτερικά, συμπεριφοριστικά μοτίβα της ζωής...

© 2017 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

ΤΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΤΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΥΛΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ, ΣΤΑ ΜΟΝΤΕΛΑ ΑΡΡΕΝΩΠΟΤΗΤΑΣ



[Πριν κάποιο χρονικό διάστημα δέχθηκα πρόσκληση..., από γνωστό σ’ εμένα πρόσωπο, να παρακολουθήσω τις διαλέξεις του, γύρω από ζητήματα που ελάχιστα η ίδια έχω επεξεργαστεί και ομολογουμένως κάποια στιγμή αισθάνθηκα εξάντληση και δυσφόρησα... «...τι ακριβώς ζητάς και γιατί με κατέβασες μέχρις εδώ;...»

Το ερώτημα βέβαια δεν ήταν ολότελα αληθινό, αλλά το συνεπακόλουθο μίας αγωνίας -που προξενήθηκε από διάφορες αμφιβολίες, για τα κίνητρα- η οποία εντάθηκε σοβαρά από την έλλειψη ταύτισης με το επιστημονικό συγκείμενο και την ομάδα ενδιαφέροντος. Αυτή η αγωνία επεκτάθηκε σε μία κρίση ταυτότητας, αφού είχε προηγηθεί μία κρίση της επιστημονικής ταυτότητας, η οποία δεν ήταν πλέον παρούσα, ώστε να δημιουργήσει ένα άλλοθι της παρουσίας στο χώρο αυτό.

Αυτή η άρρητη καταγγελία έγινε παραληπτέα, βρήκε σχετική ανταπόκριση και έτυχε κάποιας επεξεργασίας. Ακόμη καλύτερα, ακολούθησε μία επαναλαμβανόμενη καθησυχαστική βλεμματική επαφή και μία σταθερή παραλαβή των αναγκών που είχαν να κάνουν με τη διευθέτηση του οικολογικού περιβάλλοντος, κατ’ επέκταση των ψυχοφυσικών αναγκών, διαδικασίες που παραπέμπουν σε εξελικτικές, αλλά και ψυχαναλυτικές θεωρίες, για το «κράτημα», τη μητρική δηλαδή ανταποκριτικότητα ή απλά το συντονισμό και τη φροντιστικότητα του εγγύτερου προσώπου.

Όλες αυτές οι λειτουργίες και διευθετήσεις εκπηγάζουν μεταβιβαστικά από τις βρεφικές αλληλεπιδράσεις, με τα φροντιστικά πρόσωπα. Ακόμη και όταν οι τελευταίες δεν κρίνονται ικανοποιητικές, για τις διαφυλικές διαρρυθμίσεις, φαίνεται πως, ως ένα έστω βαθμό, έχουν αποτελέσει ρυθμιστές των ανθρωπίνων σχέσεων, όχι κατ’ ανάγκη μέσω μίας πρόδηλης τρυφερότητας και εκδήλωσης χαδιών, για τα οποία το υπόβαθρο έκφρασής τους ίσως να είναι περισσότερο πολύπλοκο, ενώ ενδέχεται (σε κάποιες περιπτώσεις) να συνδέεται με κάποιο ή με κάποια είδη φόβου...

Marck Chagall

Αυτό που εγώ προτείνω δηλαδή είναι πως δεν θα μου φαινόταν εφικτή μία τέτοια ενσυναισθητική ανταπόκριση, εάν το πρόσωπο αυτό δεν είχε τύχει, σε κάποιο βαθμό, σχετικής φροντίδας και πως η έκφραση περισσότερο οικείων συναισθημάτων, όταν αυτή δε συνηγορεί με βαθύτερες ή πλουσιότερες ανάγκες του προσώπου αυτού, ενδέχεται να προσκρούει σε θέματα που δεν περιλαμβάνουν μόνο τα προηγούμενα βρεφικά - μητρικά διαμειβόμενα, χωρίς όμως πραγματικά να μπορεί κάποιος (πέραν του ενδιαφερομένου) να μιλήσει, γι' αυτά.

Σε άλλη τώρα περίπτωση, μία διαφορετική «πρόσκληση» -η οποία έγινε εξίσου πιθανά αντιληπτή, ως τέτοια, λόγω της επιθυμίας παραλαβής «αυτής»- δημιούργησε μία αίσθηση ενός λανθάνοντος αιτήματος, για ψυχοσυναισθηματική πλαισίωση του ομιλητή. Παρά το γεγονός πως η εν λόγω «πρόσκληση/αίτημα» θα μπορούσε (εάν είχε υπάρξει πραγματική) ν’ αναπαριστά ενδεχομένως μία σύνδεση και ένα αίτημα προς τα φροντιστικά πρόσωπα, δεν θα εξαντλούνταν διόλου σε αυτά, καθόσον έχει ήδη ταξιδέψει, μέσα στην ατομική ιστορία ενός προσώπου (το οποιο δεν «φύτρωσε», ούτε ζει στο πουθενά) για να εμπλουτίσει τα νοήματά του, αλλά και το ψυχικό υπόβαθρο, από το οποίο εκπηγάζει. Το εξίσου όμως σημαντικό εδώ εντοπίζεται στην ετοιμότητα του δεύτερου προσώπου να παραλάβει μία «πρόσκληση» -η οποία όμως ενδέχεται να μην έχει ποτέ «αποσταλεί»- λόγω της επιθυμίας του να πλαισιώσει τρυφερά το πρόσωπο αυτό.

Βλέπουμε λοιπόν πως τα αιτήματα, οι «προσκλήσεις...» και οι διαφορετικές πλαισιώσεις ξεπετάγονται ξαφνικά..., εκεί όπου οι «αρμόδιοι(;)» έχουν επιθυμία να τα παραλάβουν...]

--------

Μιλώντας περισσότερο γενικά πλέον, έχω καταλήξει πως τα μεταβιβαστικά φαινόμενα πρέπει να είναι σχετικώς πολύπλοκα. Ας θέσουμε ένα παράδειγμα:

Υπάρχουν γυναίκες που έχουν ζήσει σε οικογενειακά περιβάλλοντα, όπου το πρόσωπο που έφερε τον πατρικό ρόλο υπήρξε αρκετά περιορισμένο, στο λόγο, το δυναμικό ή την ψυχοσυναισθηματική του λειτουργία (όσο μπορούμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε, σε τι συνίσταται ο ρόλος αυτός, από τη στιγμή που κάποια ανδρογυνία (όπως έχουν υποστηρίξει διάφοροι ψυχολόγοι και συμφώνησα κι εγώ μαζί τους) αποτελεί καλύτερη εξέλιξη στη γονεϊκή ανατροφή...).

Στις περιπτώσεις δε που ο «πατέρας» έχει εξελίξει συντονικά παρανοϊκά στοιχεία, εκδηλώνοντας σχετική -στα διαγνωστικά εργαλεία- διαταραχή προσωπικότητας, ο πατρικός ρόλος και λόγος εκβάλει, μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, όχι μόνο ανυπόστατος, αλλά και απροσπέλαστος (λόγω της απόσυρσης του πατέρα). Αυτό σημαίνει πως ο πατέρας περισσότερο «φημολογείται» απειλητικός, από τη μητέρα (για να βολεύει συμφεροντολογικά τις δικές της καταβροχθιστικές ανάγκες, που δεν γνωρίζουν ένα τέρμα...), ή διεκπεραιώνεται, για να καταλήξει να διεκδικήσει την αμάσητη και πρωτόγονη υποταγή των θυγατέρων, εξελίσσοντας όμως περαιτέρω τα γονεϊκά μοτίβα της έλλειψης ορίων, πράγμα που ενδέχεται να βασανίσει ανυπόφορα τα νευρωσικά, τα δύσκολα (ιδιοσυγκρασιακά) παιδιά μίας οικογενείας, τα οποία θ’ αναζητήσουν τις «δεξαμενές» εκδραματίσεων των παθών τους.

Και όμως οι γυναίκες αυτές έλκονται από ένα είδος μαρτυρικής, αλλά παράλληλα εξιδανικευτικής αρρενωπότητας και αναρωτιέται κανείς, που, στα κομμάτια, το έμαθαν αυτό. Πολύ απλά, το χώρο που άφησε κάποιος κενό, είτε από αδυναμία, είτε λόγω ψυχοπαθολογίας ή εξαιτίας κάποιας άλλης ολιγωρίας, τον σφετερίστηκε λαίμαργα ο άλλος. Έτσι, αυτό που εκδραματίζουν (που ψάχνουν) κυρίως οι γυναίκες αυτές, στις ερωτικές αναζητήσεις τους, αφενός (και δυστυχώς) αφορά στο επαναλαμβανόμενο, προμηθεϊκό μαρτύριο της απόπειρας προσέγγισης ενός απρόσιτου εραστή/γονέα που τελικά θα «ενδώσει...» θεραπεύοντας... το τραύμα του ακυρωτικού και απροσπέλαστου πατέρα... Αφετέρου εκδραματίζουν (δηλαδή συναντούν και βρίσκουν) τον τρόμο και την καταβροχθιστικότητα που βίωσαν στη σχέση τους με το εγγύτερο φροντιστικό (μητρικό) πρόσωπο, που στο πρόσωπο άλλων ανδρών μεταφράζεται ως ασύνειδη «τρομακτική(;)», μάλλον απειλητική και αδυσώπητη (αλλά επιθυμητή) αρρενωπότητα.

Marc Chagall

Η σεξουαλικότητα και κυρίως η «ερωτροπικότητα» των κοριτσιών αυτών παράγει μία ασύνειδη αμυντική εξιδανίκευση -δηλαδή έρωτες χωρίς «εμπράγματο» αντικείμενο- πίσω από την οποία κρύβεται αφενός ο απροσπέλαστος πατέρας, αφετέρου (λόγω  θυματοποίησης (σύνδρομο της Στοκχόλμης), ως αντιδραστική άμυνα επιβίωσης) η καταβροχθιστική, «τρομακτική» μητέρα, προκειμένου να γίνει επεξεργάσιμος και χειρίσιμος ο τρόμος που εκείνη προκαλεί. Όλο αυτό το πλέγμα «αιτημάτων και σημασιών» δημιουργεί μία εσωτερική συνθήκη, που όπως έχω ήδη υποθέσει, «θα ταξιδέψει μέσα στην ατομική ιστορία της ενδιαφερομένης», για να εμπλουτίσει, μέσα στα κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, τα (ατομικά) συμπτώματα και να διαμορφώσει, εκ νέου, τα αιτήματα που θα μεταβιβαστούν στους ετεροφυλόφιλους συντρόφους ή εραστές.

Κάπου εδώ ερχόμαστε να αναρωτηθούμε: Είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι καταδικασμένοι σε επαναλαμβανόμενες, ατελέσφορες αναζητήσεις σχέσεων, όπου μεταβιβάζονται, ατέρμονα, βασανιστικά μοτίβα οικογενειακών διασυνδέσεων, χωρίς ευκαιρίες επίτευξης μίας Ρεαλιστικής Αγάπης; Ποια είναι η ισχύ όλων αυτών των μοτίβων, αν λάβουμε υπόψη πως οι γονεϊκοί ρόλοι (όταν δεν επιτελούνται εγκληματικά και διαστροφικά) δεν εκβάλουν μονοδιάστατα, ούτε κατά τρόπο κατηγορηματικό και απόλυτο, πολύ περισσότερο, όταν οι απόγονοι φιλτράρουν τις ανάγκες τους, μέσα από ανθρώπινες σχέσεις που επουλώνουν, αναπλαισιώνοντας μέχρις ενός σημείου τα τραύματα;

Μέσα από τέτοιους συλλογισμούς (εξελίξεις) και σχετικά βιώματα, έφτασα στην κατάληξη πως οι εξελίξεις προέρχονται από τη δημιουργική αξιοποίηση του ελλείμματος. Αυτό, μεταξύ άλλων, σημαίνει πως τα οικογενειακά περιβάλλοντα συχνά είναι ή γίνονται, εν δυνάμει, εχθρικά (λόγω της μεταβίβασης διαγενεακών σφαλμάτων), έως και αδυσώπητα εχθρικά. Παρ’ όλα αυτά, πάντοτε βρίσκονται πρόσωπα περισσότερο ή λιγότερο «κατάλληλα...» (για τον καθένα) που «πλαισιώνουν» άλλα πρόσωπα (κάνοντας όλοι τις μεταβιβάσεις τους, χωρίς την οποία η επικοινωνία και η επιβίωση θα ήταν αδύνατη), γιατί οι ανάγκες..., είναι ιδιαίτερα κοινές...

Καληνύχτα σας
 © 2017 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, Η ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ


...γιατί... ποιος είναι σημαντικός...

Αυτή την κουβέντα απηύθυνε, σε μένα, κάποτε ο φίλος μου ο Γ. αιφνιδιάζοντας με κάπως και ήταν ακριβώς εκείνη την άχρονη στιγμή που πράγματι εμπέδωσα ότι ουδείς «εστί» σημαντικός, όταν δεν προϋποτίθεται η αυτοσύνειδη (αυτο)ένταξη του ατόμου μέσα σε μία συλλογικότητα που, έστω θεωρητικώς, ξεπερνάει το μονοσήμαντο και παραποιητικό όριο ενός αυθαίρετα καθορισμένου οίκου.

Υφίσταται μία διάχυτη αίσθηση, πολύ περισσότερο στις μέρες μας, με τη διεύρυνση της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου πολλοί αναζητούν ένα «βήμα» κι ένα ρόλο να «πρωταγωνιστήσουν», ότι διανύουμε την εποχή του «Εγώ» και, απ’ ό,τι ερευνάται και συνομολογείται!…, δικαίως...

Η έννοια της σημαντικότητας είναι όμως σχετική, αν λάβουμε υπόψη πως το σύστημα είναι αυθύπαρκτο, υφίσταται και αναπαράγεται αυτόνομα και αυτοτελώς, ουδόλως μας χρειάζεται, ακόμη και όταν κάποιοι από εμάς διαθέτουνε τις απαράμιλλες ικανότητες μίας αυθεντίας, όπως ο Einstein. Τούτο μας προβληματίζει ακόμη περισσότερο, όταν αντιλαμβανόμαστε πως τέτοιου είδους προσωπικότητες μάλλον γεννιούνται και πεθαίνουν ανά πάσα ώρα και στιγμή.

Κανείς μας δεν δύναται να προσδιορίσει τον εαυτό του, παρά μόνο «σε σχέση με...», πράγμα το οποίο σημαίνει πως η «ταυτοποίηση...» γίνεται μέσα σ’ ένα φυσικό, οικολογικό αλλά και κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον το οποίο μας ορίζει, όχι μόνο μέσω των πολιτισμικών και των θεσμικών, αλλά και των συναισθηματικών εισροών, αν λάβουμε υπόψη πως εξελίσσουμε την «πράξη» και τη λειτουργία μας, μέσα από τις αντανακλάσεις της «ταυτότητάς…» μας, για τις οποίες οι ψυχαναλυτικοί μηχανισμοί της προβολής μπορούν να διαθέσουν (...εάν το θέλουν...) πολυδιάστατες και σημαντικές ερμηνείες.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν πως τα άτομα δεν διαθέτουν ένα αυθύπαρκτο χαρακτηρολογικό υποσύστημα (καλό ή κακό...) και πως αυτό οικοδομείται και σμιλεύεται (ή όχι;…) μέσα σε χώρους φυσικούς, κοινωνικούς και διαπροσωπικούς, όπου, ειδικά στους τελευταίους, η εκβολή της γενικότερης λειτουργίας ενός ατόμου υποπίπτει στη λειτουργία των συναισθηματικών και αντιληπτικών εκροών των άλλων προσώπων. Είμαστε δηλαδή (και) δημιουργήματα των άλλων.

Αυτό συνεπάγεται, εξ ανάγκης, πως χωρίς τη λειτουργία των άλλων δεν δημιουργούμαστε και δεν οικοδομούμαστε καν ως ψυχονοητικές υποστάσεις και πως κανείς δεν είναι τόσο διαφορετικός, τόσο ιδιαίτερος, τόσο μοναδικός και τόσο σημαντικός, με τον ίδιο τρόπο που κανείς δεν είναι τόσο καλοπροαίρετος, τόσο ευαίσθητος, τόσο περήφανος και τόσο ευσπλαχνικός, ή (με κάποιον τρόπο που ενδεχομένως θα τον βόλευε) τόσο «ιδανικός». Βάσει εξελιχτικών θεωρήσεων της ψυχολογίας, οι άνθρωποι περισσότερο μοιάζουμε παρά διαφέρουμε, υποτασσόμεθα δε (θα πρόσθετα εγώ), σε επαρκή βαθμό, σε μηχανιστικές γνωστικές και συναισθηματικές αντιδράσεις και μόνο η επιθυμία να αποκτήσουμε σχετική ενημερότητα, μπορεί να περιορίσει τις ατέρμονες και σύνηθα οδυνηρές εκδραματίσεις, όταν αυτές επισυμβαίνουν (διότι ο αυτοματισμός είναι και προσαρμοστικός, ίσως κυρίως προσαρμοστικός), γι’ αυτό και η ίδια έχω καταλήξει πως…

…μόνο στη γνώση υπάρχει «αθωότητα» (ίσως και κάποιο κύρος), πουθενά αλλού…

Παρ’ ότι ζούμε σε συλλογικότητες, δεν είμαστε ακριβώς «συλλογικοί», εννοώντας, με αυτό, πως το «ανήκειν» δεν είναι μία ακριβώς αυτονόητη συνθήκη.

Η οργάνωση, μέσα σ’ ένα χώρο, προϋποθέτει την αυτοοργάνωση και τούτη την ανάπτυξη ενός εσωτερικού λόγου που δεν συνθλίβεται κάτω από το βάρος της ασύνειδης «κανονιστικής (προκρούστειας) ενοχής», ή άλλων παραποιητικών αμυνών που υποδεικνύουν επιτακτικά και κατηγορηματικά τα πεδία στρατολόγησης ή κοινωνικής ένταξης και δράσης του υποκειμένου.

Oscar - Claude Monet 

Αυτό συνεπάγεται πως ένα πρόσωπο μπορεί κάλλιστα να καλλιεργήσει ένα λόγο κάποιες φορές λιγότερο αναμενόμενο, ο οποίος βασίζεται στο φιλτράρισμα των εισερχομένων, από διαφορετικές (πλέον) πηγές, πράγμα το οποίο αναχαιτίζει τη γνωστική και συναισθηματική μόνωση του προσώπου αυτού! Τούτο όμως γίνεται, κατά κανόνα, εφικτό, όταν οι γνωστικές ικανότητες και εκδηλώσεις ενός ατόμου μπορούν, εν δυνάμει και μέχρι ενός σημείου, να απελευθερωθούν από ένα περιοριστικό και εκδραματιστικό θυμικό, για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα, αλλά και τις πολυπόθητες υποχρεώσεις τους, αναπλαισιώνοντας το συναισθηματικό χώρο, ο οποίος συμβάλει, με τη σειρά του, σθεναρά στην πνευματική επαγρύπνυση και ξυπνώντας ενίοτε ακόμη και την τρυφερότητα ή/και την ανιδιοτελή αγάπη και εκτίμηση των ξένων.

Εξελίσσοντας την εξέταση αυτή, θεωρώ βαθύτατη ανθρώπινη ανάγκη να δικαιώσει ή έστω να δικαιολογήσει κάποιος την ύπαρξή του, εννοώντας, με αυτό, «να μην έχει υπάρξει εις μάτην», αλλά να έχει ορίσει ή να δρομολογεί τη χρησιμότητά του, έστω σε κάποιο, αν όχι σε περισσότερα πεδία της ζωής…

Η αυτοοργάνωση, για την οποία μίλησα παραπάνω, δεν πρόκειται να πατήσει ποτέ πραγματικά στα πόδια της, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν βρει το δρόμο ν’ απολέσει, να «θυσιάσει...» -τρόπον τινά- το «Εγώ...» του (όπως ακριβώς δεν έκανε ο πρωταγωνιστής στη «θυσία» του Tarkowski), το οποίο βέβαια δεν είναι μία απλή ή εύκολη διαδικασία, αφήνοντας όμως κατά μέρος τον ιδανισμό της μελοδραματικής/ ναρκισσιστικής «θυσίας...» (ή αυτοθυσίας...), η οποία εξάλλου δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία εξέλιξη, βάσει μίας ερμηνείας (πετυχημένης ή άστοχης, δεν έχει σημασία), για την ψυχονοητική και φυσική «επιβίωση…» του ατόμου ειδικότερα και του ανθρώπου γενικότερα.

Πίσω από το παραπάνω «συναισθηματικό/ ιδεαλιστικό ανάπτυγμα», κρύβεται μία ξεκάθαρη ποσοτικοποίηση, κάτι δηλαδή ολότελα πρακτικό και μετρήσιμο ενδεχομένως, για τους ειδικούς της πειραματικής ψυχολογίας:

Συνοψίζοντας, θεωρώ συνεπώς πως η αίσθηση του «ανήκειν» διαμορφώνεται στη βάση της χρησιμότητας ενός ανθρώπου, μέσα στα περιβάλλοντά του. Μέσα από μία τέτοια εξέλιξη της ζωής επουλώνεται το «τραύμα…», το οποίο, εάν παραμείνει ανεξέλεγχτο, θα προξενήσει μία εσωτερική και εξωτερική σχάση (συνεπώς και επιστημονική..., για την οποία θα μιλήσω σε επόμενο άρθρο), με πολύ σημαντικές επιπτώσεις και με διαγενεακές μεταβιβάσεις των σφαλμάτων. Στη θέση λοιπόν του να εκδραματίζεται επαναλαμβανόμενα και νοσηρά το τραύμα, που «μπήγεται, σαν μαχαίρι, στην καρδιά του άλλου», δημιουργείται ένα πλαίσιο πολυποίκιλων εισροών και εκροών το οποίο αναχαιτίζει και κρατάει απέξω τον τρόμο της απωλείας της φυσικής υπόστασης και τον τρόμο της σύνθλιψης, κάτω από το αδυσώπητο σύμπαν που πέφτει τεράστιο, πάνω σ’ ένα σώμα το οποίο διαλύεται μέσα στην πνευματική και συναισθηματική του μοναξιά…

…για να μην καταλήξει κάποιος (που έχει «σπαταλήσει(;…)» ...εάν έχει προλάβει..., τα όποια χρόνια της ζωής του)  μ’ ένα τεράστιο αίσθημα κενού, θλίψης και απόγνωσης, να παρακαλάει γονυπετής τον Χάροντα να άρει μία δικαιοσύνη που καλώς ή κακώς, ευτυχώς ή ατυχώς δεν επιδέχεται καμίας ερμηνείας, πέρα από μίας…

Vincent van Gogh
 
Αντίστροφα τώρα αυτής της υποκρύπτουσας ποσοτικοποίησης του συναισθηματικού/ ιδεαλιστικού αναπτύγματος, αυτό που, με κάθε ειλικρίνεια, θα επιθυμούσα να κοιτάξω, εάν μπορέσω και να καταλάβω κάποια στιγμή στη ζωή μου, εύχομαι όχι αδιάκριτα, αλλά ακραιφνώς! είναι το «συναισθηματικό/ ιδεαλιστικό σύμπτυγμα» που υποκρύπτεται μίας ελκυστικής ποσοτικοποίησης της υγιούς ψυχονοητικής και κοινωνικής συμμετοχής και δράσης (τις συναισθηματικές/ ιδεαλιστικές συνδηλώσεις δηλαδή που υποκινούν αυτή τη δράση), πηγαίνοντας κόντρα αυτή τη φορά στην καταγγελθείσα ψυχαναλυτική νοοτροπία να εξετάζει πάντοτε το άρρωστο, το νοσηρό και το παθολογικό,

...ισχυριζέμενη πλέον πως η ψυχανάλυση μπορεί να εξελίσσεται σε μία λιγότερο στατική και δομική θεωρία, αν και ενδεχομένως πλουραλιστική, πολύ περισσότερο να μετατρέπεται σε μία πολυσήμαντη και δυναμική διαδικασία ενδοατομικής έρευνας, για μία περισσότερο επιτυχή, αν μη τι άλλο λιγότερο συγκρουσιακή και κυρίως ατελέσφορη διαπροσωπική συναλλαγή...

Καλή σας μέρα και καλή συνέχεια,
© 2017 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')