Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Η «χρησιμότητα» της διαφθοράς (ένα ζήτημα «αισθητικής»)


Από μία πρόχειρη στατιστική ανάλυση στην οποία προέβην, θα έλεγα πως έχω διαπιστώσει πως οι άνθρωποι που διαθέτουν όρια ικανοτήτων θα έχουν οπωσδήποτε και υψηλά συναισθηματικά όρια, έως πολύ υψηλά, δηλαδή θα παρουσιάσουν υψηλή αδυναμία προσφοράς ή αδυναμία μη χειριστικής προσφοράς, που δεν εξασφαλίζει ήτοι κακοήθεις ναρκισσιστικές ανταμοιβές. Οι άνθρωποι όμως που δεν διαθέτουν όρια ικανοτήτων μπορεί να έχουν συναισθηματικά όρια, μπορεί και όχι, αλλά εν πάση περιπτώσει διαφοροποιούνται ιδιαζόντως και ποιοτικά και ποσοτικά από την προηγούμενη κατηγορία.

                          Karl Popper
Η δεύτερη κατηγορία αφορά σε αυτούς που μπορούν να παράγουν υψηλής ποιότητας και αισθητικής χρησιμότητα για τον εαυτό τους και αυτομάτως για τους άλλους (αυτά τα δύο είναι αδύνατον να διαχωριστούν…) και αυτή η χρησιμότητα αφορά στις τέχνες,  τις καλές τέχνες, τα γράμματα και τις κοινωνικοπολιτικές παρεμβάσεις. Στην πρώτη κατηγορία προσωπικώς καταχωρίζω ανθρώπους που διαθέτουν σημαντική συμβολή στην αέναη αναπαραγωγή ενός παρωχημένου συστήματος και πλαισίου ευκαιριών.

Η διαφοροποίηση αυτή στο συναισθηματικό όριο προέρχεται αφενός από το γεγονός πως η μη ύπαρξη ορίου ικανοτήτων δημιουργεί μία ενδοψυχική και μία διυποκειμενική υπεραναπλήρωση (καλώς εννοουμένης εν προκειμένω) καθώς οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να σκέφτονται διαφορετικά, άρα να λειτουργούν δημιουργικά και κατ’ επέκταση να αναπλάθουν σταθερά το συναίσθημά τους. Όμως προέρχεται και από το γεγονός πως τα συναισθηματικά όρια που θέτουν, κυρίως εξυπηρετούν την αυτοπροστασία τους και όχι την ανάγκη τους να παραμένουν σταθερά κακοί ή (έστω) λίγοι Μόνο που η ανάγκη αυτή για αυτοπροστασία ενδέχεται να ξυπνήσει την αυτοπροστασία στους ομοϊδεάτες τους, εάν αυτή η ανάγκη μέσα στους δεύτερους λανθάνει. Αλλά εδώ είμαστε… μπορούμε πάντοτε να «μαθαίνουμε» και να λειτουργούμε επανορθωτικά.

                                                                                       Johann Sebastian Bach
Η γνώμη μου είναι πως οι άνθρωποι θα εξωτερικεύσουν το χέρι της διαφθοράς τους (δηλαδή θα το μεταβιβάζουν από το ενδοπροσωπικό στο διαπροσωπικό), ανάλογα με το κοινωνικό δυναμικό που διαθέτουν, ενώ το μέγεθος αυτής της διαφθοράς γίνεται αντιστρόφως ανάλογο του ορίου ικανοτήτων που διαθέτουν. Όσο δηλαδή αυξάνεται η ικανότητά τους, τόσο μικραίνει η διαφθορά τους. Πολύ συχνά, νομίζω, αυτό το μέγεθος (ικανότητας πια) συναντιέται ωραιότατα στα επιτεύγματά τους από τα οποία αντλούνε υπερηφάνεια και τα οποία κρίνονται από τη δυναμική εξωστρέφειας που τα έργα αυτά διαθέτουν. Και τώρα πια καταλαβαίνω αυτό που μου είχε προτείνει ο φίλος μου ο Γ.Μ. (ο οποίος πέραν άλλων είναι κυριολεκτικώς και ποιητής) για τη δύναμη του ποιητικού έργου....

Το έργο ενός ποιητή/συγγραφέα αντλεί την αξία του από την ικανότητα του τελευταίου να απομακρύνεται από το συγκεκριμένο πλαίσιο του εαυτού του, από την ικανότητά του να επεκτείνεται, ώστε να μην μιλάει μόνο για τον εαυτό του.

Κι εμένα με συγκινεί αυτή η φυγή του "ποιητικού" έργου από την ύπαρξη του, η φυγή του από το γήινο όριο, για να ταξιδέψει σαν το φως μέσα στο άπειρο-ονειρικό

Ένα αναγνωρισμένο πνευματικό έργο ή ένα καταξιωμένο καλλιτεχνικό δημιούργημα λόγου χάρη (αξίες που εμένα με αγγίζουν, γι’ αυτό και τις αναφέρω παραδειγματικά) διαθέτουν υψηλή δυναμική εξωστρέφειας και κατά συνέπεια υψηλή κοινωνική προσφορά, πράγμα το οποίο προϋποθέτει την ικανότητα του ποιητή και την ταύτισή του με τη δυναμική του έργου του. Όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν, για τον όποιο λόγο, δεν θα το εξετάσουμε τώρα αυτό, τότε θα εξελίξουνε τη διαφθορά, είτε στο ενδοπροσωπικό, είτε (όσο φτάνει το χέρι τους) και στο διαπροσωπικό, προκειμένου να εξεύρουν μία καλή δικαιολογία της ικανότητάς τους …να είναι λίγοι…

Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει να είναι διεφθαρμένος (πολύ περισσότερο επειδή θα έχει μετατρέψει τη διαφθορά σε ικανότητα και αξία), αλλά δεν μπορεί να αντέξει να είναι αποτυχημένος, γιατί θα καταρρεύσει.
Οπότε πάντοτε θα εφευρίσκει τις απαιτούμενες εκλογικεύσεις, εκείνες που του αναλογούν και που καθορίζουνε τους στόχους του, μαζί και την αισθητική του


© 2019 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Ένα αναλυτικό σφάλμα


…αναβοσβήνει στο μέτωπό μου επάνω η πινακίδα “ο φωτεινός ο παντογνώστης”, Ελενίτσα;… μου έλεγε κοροϊδευτικά πάντοτε ο φίλος μου ο Σπύρος. Και είναι βέβαιον πως αν δεν είχε αποδημήσει σε τόπους ανέγγιχτους, σε τόπους μακρινούς (από το 2011) κάτι αντίστοιχο θα ήθελε να μπορεί να μου πει και σήμερα ακόμη…

Φαίνεται, με ανάλογο τρόπο λειτούργησα κι εγώ για τη συνάδελφο, η οποία ήρθε ντουγρού σε μένα, χωρίς όμως εδώ να υφίσταται κάποια προηγούμενη γνωριμία. “Μα γιατί αργεί τόσο πολύ ο διδάσκων;”. Που να ξέρω; λέω από μέσα μου… Δεν μου δίνουνε αναφορά για το ωρολόγιο πρόγραμμά τους, ούτε συνδεόμεθα με στενή φιλία, ένα γεια στα πεταχτά ή ούτε καν. Βοήθεια ουσιαστικά ζητούσε η συνάδελφος από εκεί που έκοψε με το μάτι πως θα μπορούσε να πάει να τη ζητήσει… Χωρίς καν να το σκεφτώ της απάντησα γελώντας και με υπαινιγμό, “πριν από λίγο πέρασε από εδώ ο τάδε. Φαίνεται πως ακριβώς πιο πριν ήτανε με τον περί ου ο λόγος στην αίθουσα συνεδριάσεων και κάνανε κοτσομπολιό”.

Βλέπετε, όπως έχω ξαναπεί, το ασυνείδητο διαθέτει άριστες «οσφρητικές ικανότητες» και «ικανότητες προσανατολισμού και εστίασης της προσοχής», ώστε να ρωτήσει εκεί που πρέπει κάτι να ρωτήσει, για να λάβει όχι τη σωστή (το τονίζω αυτό), αλλά την κατάλληλη, για την περίσταση, απάντηση.

Θεωρώ, με κάθε ειλικρίνεια, πως το «κουτσομπολιό» (καλώς εννοουμένης εν προκειμένω της δραστηριότητας) συνιστά μία παγκόσμια σταθερά και αξία και ένα από τα πλέον διασκεδαστικά αθλήματα στο οποίο επιδίδεται με σύνεση απ’ άκρη σε άκρη όλος ο πλανήτης.


Στην ψυχανάλυση όμως, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Όλοι (φαντάζομαι) στο χώρο, ή τουλάχιστον όσοι από εμάς είμαστε συνεπείς, έχουμε κατανοήσει, από τις δικές μας αναλύσεις και από το κλινικό υλικό, έτσι όπως μας έρχεται, πως ο αναλυτής ποτέ του δεν ρωτά, εκτός από την πρώτη τη φορά, «τι θέλετε από εμένα;», και για να το περιγράψω γλαφυρά, «καλώς τον φίλο (ή την φιλενάδα), πως και απ’ τα λημέρια τα δικά μου;». Μία ερώτηση που απευθύνει πάντοτε μα πάντοτε στο υποκείμενο της ψυχαναλυτικής εργασίας και ουδέποτε στους φίλους, τους συγγενείς ή τους προηγούμενους αναλυτές του.

Όχι μόνο γιατί δεν θα λάβει την απάντηση του υποκειμένου, όχι μόνο γιατί δεν θα ξυπνήσει τη γνώση του υποκειμένου, όχι μόνο γιατί δεν θα κινητοποιήσει την ευθύνη του υποκειμένου, αλλά και γιατί αυτή η εκκίνηση, από την οποία απουσιάζει η εμπιστοσύνη, θα διακινήσει το ψυχικό υλικό και θα ξυπνήσει το υπερεγωτικό μάτι της καρδιάς του υποκειμένου και καλώς. Εδώ λαμβάνει χώρα η προβλητική ταύτιση (δεν θα το εξηγήσω τούτη τη στιγμή αυτό) ή, αν θέλετε, ο εξωτερικός πλέον μηχανισμός τη αυτοεκπληρούμενης προφητείας, διότι (ξέρετε) η απάντηση εν τέλει θα σας δοθεί, αλλά το ασυνείδητο υλικό που ρέει από πίσω θα εμποδίσει την κατάλληλη ερμηνεία της απάντησης αυτής.

Το διακινούμενο ψυχικό υλικό στον ενδιάμεσο διαπροσωπικό χώρο έτσι και αλλιώς ήδη υπάρχει. Και εδώ αναφέρομαι στο ψυχικό υλικό και των δύο υποκειμένων και ποτέ δεν μπορούμε να πούμε «ποιος έχει ξεκινήσει, τι;». Όπως λένε δηλαδή και οι συστημικοί συνάδελφοι (αλλά και οι θεωρητικοί του χάους), δεν μπορούμε να θέσουμε μία στίξη, γιατί όλοι δρουν μέσα σε ένα σύστημα και ανταλλάσσουνε συνέχεια «υλικό». Αυτό όμως δεν συνεπάγεται πως κάποιος δεν μπορεί να γίνεται «προσεκτικός».

Στην ψυχαναλυτική λοιπόν εργασία τίθεται πρωταρχικώς το ερώτημα, όπου η απάντηση αφορά στον στόχο του υποκειμένου (αναλυόμενος) και όχι του αναλυτή, ο οποίος δεν μπορεί και καλείται να μην τον οικειοποιηθεί. Μπορεί απλά να τον παρακολουθεί και να τον συνοδεύει, για να φτάσει στο βάθος που το ίδιο το υποκείμενο ορίζει, αλλά δεν μπορεί να τον καταστήσει ποτέ δικό του στόχο.

Στον στόχο του αυτό, το υποκείμενο θα προσπαθήσει να φτάσει σταδιακά χτίζοντας την εμπειρία και τη γνώση του, περνώντας δηλαδή από μία συνεχόμενη επαναπραγμάτευση της ύπαρξής του. Θα μπορούσε, αν θέλετε, για να γίνει πιο κατανοητό το όλο πράμα, να παραλληλιστεί η διαδικασία αυτή με τη μαθησιακή διαδικασία, όπου κάποιος, με τα διάφορα μπρος πίσω, και με την ατομική του σπουδή, μέριμνα και έρευνα, συνθέτει σταδιακά το υλικό του, ώστε να πάψει κάποια στιγμή να κοιτάζει τον δάσκαλό του σαν τον «μπούφο» (κάτσε ρε μάστορα, και δεν καταλαβαίνω τι με λες).

Πως γίνεται όμως ο αναλυτής να οικειοποιηθεί τον στόχο του υποκειμένου; Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο που θα πρέπει να το δούμε ακόμη πιο προσεχτικά:

Ας θέσουμε το γνωστό παράδειγμα: Όταν ένας άνθρωπος με κύρος εισέρχεται μέσα σε έναν χώρο που επίσης διαθέτει κάποιο κύρος, αυτός ο άνθρωπος δεν θα χρειαστεί να δηλώσει την ταυτότητά του, για να γίνει αυτή παραληπτέα. Όλη του η εξάρτυση εξάλλου, η εσωτερική και η εξωτερική, σύνηθα το διαλαλεί αυτό, ακόμη και άθελά του. Τούτο θα ξυπνήσει μέσα στον χώρο αυτό την εξιδανίκευση για το πρόσωπο του επισκέπτη, οπότε θα πέσει και λίγο θύμα της «βιαιοπραγίας» του χώρου αυτού. Ταυτόχρονα όμως η «βιαιοπραγία» αυτή εξυπηρετεί και έναν άλλο στόχο. Η εξιδανίκευση αυτή (δεν θα πω τη στιγμή αυτή ποιο είδος εξιδανίκευσης τίθεται σε λειτουργία) γίνεται παραληπτέα από το σεξουαλικό κανάλι που είναι εγκατεστημένο μέσα στον χώρο αυτό. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα ο επισκέπτης αυτός να επενδύεται ερωτικά, πράγμα το οποίο γίνεται αναγκαίο να κρατηθεί κρυφό, γι’ αυτό και ενεργοποιείται ο αντιδραστικός σχηματισμός που παράγει εκ περισσού την βιαιοπραγία.

Τι μας διδάσκει το παραπάνω; Πως κάποιοι άνθρωποι διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά πράγμα που οδηγεί άλλους ανθρώπους να τους εξιδανικεύσουν με κάποιον τρόπο. Κάποιοι από τους τελευταίους επιτίθενται, όταν είναι μερικώς ή αρκετά διεστραμμένοι και με ανάλογο τρόπο, ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Σε αυτή τους την εξιδανίκευση λοιπόν, όσοι δεν είναι διεστραμμένοι, θα νοιώσουν μία ασύνειδη αγωνία για τις δικές τους τις δυνάμεις πια και θα θελήσουν να πετάξουν κάτω στη γη ή και μακριά τη δική τους τη δουλειά ή έστω την αρμοδιότητά τους ή τέλος πάντων κάτι σχετικό.

Όταν ο αναλυτής εξιδανικεύει τον αναλυόμενό του, ταυτίζεται μαζί του και τότε θα αρνηθεί το έργο το δικό του, το οποίο του έχει προκαλέσει αγωνία, και θα οικειοποιηθεί το έργο του θεραπευομένου του. Με την ταύτιση αυτή θα ερωτευτεί το είναι του τελευταίου με έναν πραγματικό αλλά και μ’ έναν αμυντικό τρόπο. Και λέω «πραγματικό» γιατί όλοι οι άνθρωποι κατά καιρούς λιμπιζόμαστε αυτό που έχει ο άλλος (όπως δίδαξε και ο Dr Lecter στην Clarice η οποία ήθελε να μάθει). Ο αναλυτής βέβαια μπορεί να αγαπάει με έναν τρόπο ειδικό τα υποκείμενο της ψυχαναλυτικής εργασίας, ωστόσο, μόνο ως άνθρωπος μπορεί και να το ερωτευτεί.

Σε αυτό το βύθισμά του (την αντιμεταβίβασή του, όπως λένε οι συνάδελφοι στο χώρο, εγώ διαφωνώ κάθετα και την λέω μεταβίβαση του αναλυτή, αλλά αυτό δεν μας αφορά), ο αναλυτής μπαίνει σε μία διαδικασία να κάνει κάτι που δεν του αναλογεί και άρα δεν μπορεί (βαθιά μέσα του το γνωρίζει αυτό). Η υπάρχουσα αγωνία ασφαλώς θα επεκταθεί και θα τον εξαναγκάσει να σαμποτάρει τη διαδικασία επανόρθωσης του υποκειμένου της αναλυτικής εργασίας ενώ θα υπονομεύσει ταυτόχρονα τη δική του συμβολή και εργασία και έτσι η θεραπευτική σχέση θα λυθεί εξαναγκαστικά.

Όταν επιστήθια φίλη μου με ρώτησε κάποτε, “πως αντέχεις να με ακούς;”, της απάντησα, “είναι επειδή ποθώ τους ανθρώπους και δεν θέλω να το αποδεχτώ”. Ίσως γι’ αυτό τελικά με κέρδισε η ψυχολογία και όχι η νομική και ακόμη περισσότερο το «δικαστικό». Όχι μόνο επειδή θα μεριμνώ, για να μην μπει ο άνθρωπος στο ίδρυμα, αντί να ερευνώ, μάλλον, πως θα μπει σε αυτό, αλλά και επειδή στην συναισθηματική ερώτηση που κάποτε ακολουθεί την πρωταρχική δική μου, ήτοι, “…θα με αναλάβεις;…”, εγώ επιλέγω κυρίως να απαντώ ακολουθώντας, φωτεινό παράδειγμα…, αυτό που έχω ήδη διδαχτεί,

“Ναι, θα σας αναλάβω. Αυτή η ώρα είναι πια δική σας”


© 2019 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Οι ιστορικές επαναλήψεις των ατόμων


Στο παρελθόν είχα σχολιάσει στον διδάσκοντα αναλυτή (εκείνον σημειωτέον που εκτιμώ για το μορφωτικό του κύρος, την ψυχική ποιότητά του και το ψυχοθεραπευτικό του σθένος, χωρίς να εξιδανικεύω τις αρετές του, διότι δεν θεωρώ πως διαθέτει τελειότητα σε κάτι, αλλά τα στοιχεία αυτά που εγώ μπορώ να αναγνωρίσω και να εξηγήσω, σημαντικό αυτό) πως ο χώρος μας είναι επικίνδυνα συρρικνωμένος μέσα στις επίσημες εκπαιδευτικές δράσεις και πως φαίνεται πως σε αυτό ευθυνόμαστε ιδιαίτερα εμείς.

Ο λόγος, για τον οποίο ευθυνόμαστε σοβαρά και για τον οποίο τότε δεν μίλησα διεξοδικά, είναι πως η θεσμική ανάγκη να «κρατεί» κάποιος ως δεσπόζουσα μορφή (αξία που έχει κληροδοτηθεί στους επιγόνους του από τον ίδιο τον πατέρα της ψυχανάλυσης, τον οποίο σέβομαι βαθειά), καθώς επίσης και τα διάφορα σύνδρομα που ξυπνάει η ψυχολογική μεταπολίτευση ή απλά η θεωρητική διεύρυνση του χώρου δημιουργούν μία αμυντική συμπεριφορά, μέσω της οποίας κάποιος τηρεί ένα ανένδοτο στυλ, προκειμένου να εξοβελίσει τον εαυτό του από το μικρό και γήινο και να τον εκτοξεύσει μέσα στο μεγαλειώδες θείο. Και αυτό επίσης συμβαίνει συχνά και μέσα στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία, αλλά δεν είναι της παρούσης. Τούτο θα διαταράξει το σύστημα και θα ξυπνήσει τη γονεϊκή μεταβιβαστική άμυνα, πράγμα το οποίο σημειωτέον μπορούν εξίσου ωραιότατα να επιτύχουν και τα προβολικά τεστ και γι’ αυτό και ορθώς (πέραν άλλων…) δεν χρησιμοποιούνται από τον ψυχαναλυτικό κόσμο.

Όπως είχα ξεκάθαρα δηλώσει στον φίλο μου τον Γ.Μ., τιμώ αδιαπραγμάτευτα τον χώρο μου (και τον πατέρα της ψυχανάλυσης, S.F. επίσης) που μου προσέφερε την πρώτη σωτηρία και μ’ έμαθε να νοιώθω, και άρα και να σκέφτομαι γύρω από αυτό που νοιώθω, όχι επειδή ενδιαφέρομαι να μπω σε μία μηχανική αναπαραγωγή του συστήματος, αλλά επειδή θέλω να διαθέτω συμβολή στη δημιουργική και ατέρμονη εξεύρεση του εαυτού του. Αυτό το τελευταίο δεν βλέπω να επιτυγχάνεται με ευκολία αν ο χώρος της ψυχανάλυσης δεν μπει σε αυτό που ο ίδιος ο φίλος μου ο Γ.Μ. μου είχε προτείνει στο παρελθόν : «Κάνατε πολύ καλά και περάσατε από τον χώρο της φιλοσοφίας πιο πριν…. γιατί η ψυχανάλυση έχει κλειστεί τα τελευταία χρόνια πολύ στον εαυτό της…». Αυτό, για μένα, συνεπάγεται πως δεν επαρκεί η ψυχανάλυση να ασχολείται πλέον μόνο με το ενδοψυχικό. Μία τέτοια τριβή πάνω στον εαυτό μπορεί να καταστήσει έναν άνθρωπο όχι γνώστη,  αλλά σοφό. Όμως ο άνθρωπος πρέπει, αν μη τι άλλο, να μην είναι και δυστυχής και αυτό είναι αδύνατον να επιτευχθεί, εάν ο ειδικός δεν λάβει την απόφαση να αγγίξει και να παρακολουθεί στενά και μία πολύ ειδική πραγματικότητα του υποκειμένου, δηλαδή το σύμπτωμά του, εργασία που έχει εγκαταλειφθεί και σε βάρος του υπόλοιπου ψυχολογικού επιτελείου.



Η ψυχανάλυση είναι μία ακραία μορφή επιστημονικής γνώσης, γι’ αυτό και μπορεί να καταστεί μαγεία, επειδή ασχολείται κατ’ εξοχήν με το ασυνείδητο το οποίο διαθέτει μία εξουσία και μία αδιαμφισβήτητη πρακτική γνώση, αξιοποιώντας διάφορους γνωστικούς μηχανισμούς και καθιστώντας τη ζωική οσφρητική ικανότητα και τις ικανότητες προσανατολισμού και προσοχής που δίνουν οι κεραίες, καλύτερες και από αυτές των άριστων μεταξύ του υπόλοιπου ζωικού βασιλείου.

Ας επιτρέψουμε λοιπόν στη «νεράιδα των δοντιών» (πρωταγωνίστρια του ομωνύμου βιβλίου του Joyce Graham), την οποία τα υποκείμενα τείνουν να προσκαλούν (όπως διατείνεται ο συγγραφέας) και να βαστούν γερά μέσα στο είναι τους, να μας παρασύρει σε μία ξενάγηση μέσα στον κόσμο της (όπως συνέβη και στην ιστορία του βιβλίου) και να μας δείξει τι είναι αυτό που γίνεται και που αξιωματικά και αναπόδραστα θα γίνει:

Λένε πως η ιστορία επαναλαμβάνεται και αν γνωρίζεις αρκετά την ιστορία σου, μπορεί να κάνεις επαρκείς προβλέψεις πλέον για το μέλλον σου. Όχι η ιστορία που βλέπετε τώρα να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σας, αλλά η ιστορία από το απώτερο παρελθόν του υποκειμένου. Ασφαλώς, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται έτσι απλά, λόγω των μορφωτικών εμπειριών ζωής και των βιωμάτων και ασφαλώς λόγω της μετατόπισης μέσα στο αναπτυξιακό στάδιο και των αναγκών που πλέον θα προκύψουν. Άρα τα υποκείμενα αλλάζουν (και μαζί με αυτά και τα αντικείμενα των επενδύσεών τους) αλλά πάντα θα φέρουν όλοι αυτοί μέσα τους το μοτίβο τους (όπως ο Van Gogh έχει το αναγνωρίσιμο στυλ του) το αίτημά τους, ίσως και το παιδικότροπο amandi αίτημά τους, τον δαίμονά τους, όπως ανάγλυφα και αυτάρεσκα συνηθίζω να παραδέχομαι.

Βέβαια τα αιτήματα θα αλλάξουν προσανατολισμό. Αυτό σημαίνει (στη γλώσσα τη δική μου) πως αυτά που κάποτε ήτανε λανθάνοντα, στο μέλλον θα γίνουν φανερά, γιατί μπορούν λόγω των συνθηκών, δηλαδή λόγω του ότι τα αιτήματα των σύγχρονων αντικειμένων, με το πέρασμα και κάτω από το βάρος της εμπειρίας και της ζωής, θα γίνουν πλέον φανερά. Εξίσου τα φανερά αιτήματα θα γίνουνε λανθάνοντα, ακριβώς επειδή τα σύγχρονα αντικείμενα διαθέτουν πλέον δύναμη και έχουν ήδη δηλώσει τα όριά τους και αυτό μπορεί να γίνει ωραιότατα πια παραληπτέο και ορθώς από τον ψυχονοητικά έμπειρο άλλο.

Όμως και τα αντικείμενα είναι διαφορετικά, γιατί οι άνθρωποι τείνουν να προσελκύουν το όμοιο και όχι όπως λένε οι συνάδελφοι των θετικών επιστημών το διαφορετικό (που αφορά σε εξωτερικά χαρακτηριστικά και τρόπους). Οπότε όσο περισσότερο επεξεργασμένος είναι κάποιος, τόσο περισσότερο θα ελκύει και θα ελκύεται από πρόσωπα που μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες ή ακόμη και τις άρρητες αξιώσεις του μέσα στο τρέχον αναπτυξιακό στάδιο. Αυτό συνεπάγεται μία ωριμότητα των αντικειμένων (…όχι ιδανική!…) και μία ικανότητα στην επεξεργασία του καλού πολύ διαφορετική από αυτή του παρελθόντος, όπου τίποτα από τα δύο δεν μπορούσε να υπάρξει με μία έστω σχετική επάρκεια.

Βλέπουμε λοιπόν πως η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά αυτό που επαναλαμβάνεται είναι κυρίως τα μοτίβα που χτυπάνε συνεχώς την πόρτα και αναζητούν την πραγμάτωσή τους μέσα στο φως του ήλιου. Και όταν η συνθήκες το επιτρέπουν, η ζωική όσφρηση και η προσοχή του ασυνειδήτου θα ξυπνήσουν (για όλους τους εμπλεκόμενους). Η σειριακή διευθέτηση των πραγμάτων δεν είναι ουδέποτε τυχαία, καθώς αυτή θα καθοριστεί από τους ρόλους των ατόμων μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον:

Τον πρώτο λόγο θα έχουν δηλαδή οι ρόλοι που διαθέτουν την εξουσία να …καθομιλούν… και αν αυτοί περάσουν στον ταυτιστικό μηχανισμό που υποκειμένου (λόγω της ενδεχόμενης παντοδυναμίας του) αυτό το οποίο θα συμβεί είναι να αρχίσει το υποκείμενο να συνομιλεί με το αρχικό (κατά Freud), το εξέχον αντικείμενό του που είναι ο ίδιος του ο εαυτός, στις διαφορετικές του ποιότητες, όποιες και αν είναι αυτές, ακόμα και σε αυτές που αφορούν σε αναπτυξιακές καθηλώσεις. Όμως αυτά τα αντικείμενα δεν διαθέτουν ποτέ γενικώς αναγνωρίσιμο αντικείμενο αναφοράς (κατά τον γλωσσικό όρο), δηλαδή δεν μπορούν να εντοπιστούν στο περιβάλλον, όχι εξαιτίας της φύσης τους, όταν συνιστούν έννοιες, αλλά επειδή είναι άυλα, οπότε κινούνται μόνο μέσα στο φαντασιακό.

Οι άνθρωποι, που τείνουν να εκδηλώνουν την παντοδυναμία τους, θα βρεθούν ανά πάσα ώρα και στιγμή κοντά σε άλλα πρόσωπα που ασκούν επίσης με τον δικό τους τρόπο την παντοδυναμία τους, δηλαδή είτε μέσα από την ποικιλία των εξεχουσών δράσεών τους, στις οποίες πρωτοστατούν, είτε μέσα από τις αναζητήσεις τους, όπως η δύναμη που προσφέρει η επιστημονική γνώση και η τέχνη. Οι άνθρωποι λοιπόν περνούν από πλείστες συνθήκες, αλλά (δια)αντιδρούν μόνο σε αυτές που οι ασυνείδητες κεραίες και η όσφρησή τους τους υποδεικνύουν και ασφαλώς είναι αυτές οι περιπτώσεις στις οποίες προκύπτουν διαδράσεις. Είναι αυτές οι περιπτώσεις όπου τα αιτήματα του απώτερου παρελθόντος θα μπουν ξανά στην επεξεργασία και όσο η εμπειρία του ανθρώπου δεν βελτιώνει την όρασή του, τόσο οι ιστορικές επαναλήψεις θα διαιωνίζονται χωρίς πολύ μεγάλες αλλαγές.

Κατανοούμε ίσως τώρα πως η θεμελιώδης λειτουργία του ασυνειδήτου είναι η προσαρμοστική αλλά και εύπλαστη ένταξη του υποκειμένου μέσα στον πολιτιστικό του χώρο, και μέσα στο ανήκειν εκεί που θα μπορούσε να ανήκει, μ’ έναν τρόπο όμως αρκετά εξατομικευμένο. Οπότε, η λειτουργία του ως πρωταρχικού (όχι μοναδικού) ρυθμιστή της ζωής είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς διαθέτει ανά πάσα ώρα και στιγμή ενημερότητα της ιστορίας και των αναγκών του υποκειμένου, πράγμα το οποίο, όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορεί να βρίσκεται ανά πάσα ώρα και στιγμή μέσα στη γνώση του υποκειμένου. Στη βάση αυτή, διαφορετικοί μηχανισμοί τίθενται σε λειτουργία, όταν τα πράγματα δεν πάνε και ακριβώς καλά, πράγμα το οποίο τείνει να βελτιώνει τη μακροβιότητα του υποκειμένου, αλλά σύνηθα (όχι πάντα) με πολύ σημαντικό κόστος στην ποιότητα της ζωής του και την ευδαιμονία του.



déjà vu, θα μπορούσε να πει κάποιος, αλλά δεν είναι déjà vu, είναι το κόκκινο χάπι,
που οδηγεί στην πρώτη πηγή της γνώσης για την ίδια μου την ύπαρξη…και η έκπληξη, κάπου λίγο και το σοκ, ... μεγάλη...αλλά και αυτή δική μου είναι...


© 2019 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')