Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

Η ποίηση του ασυνειδήτου

Τα όνειρα είναι η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο είχε πει ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Sigmund Freud, (και είχε δίκιο σε απόλυτο βαθμό), τον οποίο είχε ερμηνεύσει σε σχετική βιογραφική ταινία ο ηθοποιός Viggo Mortensen.


Στην αμερικάνικης παραγωγής, μετά-αποκαλυπτικής επιβίωσης ταινία “the roado ίδιος ηθοποιός (ο οποίος και  στο παρελθόν είχε πραγματευτεί το ρόλο ενός μυθικού και ευγενικού εθνάρχη σωτήρα, (βασιλιάς Aragorn) στον οποίο είχα αποδώσει συμβολικά τις φροϋδικές λειτουργίες του ηγετικού, υπαρξιακού και σωτήριου «εγώ») ερμηνεύει τον ρόλο ενός πατέρα που κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες, προκειμένου να προστατεύσει το παιδί του από τον ενδεχόμενο κανιβαλισμό των λιγοστών ανθρώπων που απέμειναν στον πλανήτη, μετά από μία ολοκληρωτική φυσική καταστροφή και τελικά πεθαίνει.

Αυτή η υπαρξιακή πλευρά, που ένας πολυδιάστατος καλλιτέχνης επεξεργάζεται σε ρόλους που αναλαμβάνει να ερμηνεύσει, μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο της μεταβίβασης και των ψυχικών ταυτίσεων πολλών άλλων ανθρώπων, θιασωτών της τέχνης, πράγμα που αναδεικνύει την «ποιητική» στόφα του ασυνειδήτου και ασφαλώς την επικοινωνιακή φύση της «τέχνης». 

Στην μελλοντολογική επίσης ταινία “blade runner” ένας ακόμη πολυδιάστατος καλλιτέχνης, ο ηθοποιός Rutger Hauer είχε επεξεργαστεί ένα υπαρξιακό ρόλο, σε μία ακραία, λόγω σεναρίου, έκφανσή του, η οποία ενέπλεκε το φαντασιακό της νικητήριας και θριαμβευτικής υπέρβασης της δυστοπίας, με την ανθρώπινη ανάγκη για επιβίωση και για ζωή και τελικά πεθαίνει. 

«Βλέπεις; o θάνατος νοιώθουμε κάπου να μας κυνηγάει και γι’ αυτό τρέχουμε να γίνουμε καλύτεροι δρομείς… μην «βολευτούμε» και μας φτάσει…», είχα πει στον φίλο μου τον Κ., ο οποίος διαθέτει πλέον μία φυσιογνωμική ομοιότητα με τον ηθοποιό Viggo Mortensen, που διανύει πλέον τα εξήντα τρία χρόνια της ζωής του, αν και ο Κ. είναι λίγο πιο μεγάλος.

«…και ίσως γι’ αυτό είχες κάποτε ‘ρθει, με μάτια μπλε, με άνθη και μαλλιά χρυσά και μια άσπρη ιατρική ποδιά στα όνειρά μου «…πες τ’ όνομά μου, πες μου, πες μου, Χρυσ…μαγκα θέλω αυτό, Χρυσ…μαγκα θέλω το άλλο…» 

…διαβάζοντας την άρρητη ανάγκη για ζωή…

 

© 2021, Ελένη Κανακάκη, Ψυχολόγος

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Νευρώσεις και Ψυχώσεις στους θεσμούς

Ξέρετε, είπα στην υπάλληλο του πάροχου (η οποία βρήκε χαριτωμένα όσα θα διαβάσετε μετά), λέμε όποια λέξη μας κατέβει στο κεφάλι, προκειμένου να δημιουργήσουμε μία εσωτερική «σύγκρουση/διένεξη» στο μηχάνημα, το οποίο μας βγάζει τα έντερα ορθώνοντας έναν αδιαπέραστο τοίχο και αρνούμενο να μας προσφέρει έναν συνομιλητή.

Αυτή είναι η νευρωσική ίσως και αυτιστική πλευρά του πάροχου ο οποίος «νοιώθει» ότι «βλάπτεται» και γι’ αυτό ορθώνει μία ασπίδα προστασίας ανάμεσα σε αυτόν και τον πελάτη/συνομιλητή φοβούμενος αυτό που ο άλλος θέλει να του πει. Και στο τέλος να ακούει «αυτό…» που δεν θα ήθελε να ακουστεί…

Θα λέτε συνέχεια τη λέξη εκπρόσωπος, με συμβούλευσε η υπάλληλος, οπότε, όπως καταλαβαίνετε, καλούμαστε από τον πάροχο (και όχι ασφαλώς από την εργαζόμενη στον πάροχο), να γίνουμε κι εμείς νευρωσικοί και τρόπον τινά αυτιστικοί.

Από την άλλη, το κράτος έχει προχωρήσει στην ψυχοπαθολογία του «κατανοώντας ξεκάθαρα» τον πολίτη ως άμεσα και ευθέως βλαπτικό, με αποτέλεσμα να του επιτίθεται με τους πλέον βάναυσους τρόπους, έτσι όπως κάποιες φορές είναι δυνατόν να επιτεθεί ένας άνθρωπος με ψυχωτική διαταραχή.

Για την περίπτωση των κρατικών θεσμών, σαφέστατα δεν αναφερόμαστε στον ψυχωτισμό εκείνο που υφαίνεται σταδιακά, μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον δυσλειτουργικό. Εδώ ο ψυχωτισμός προκύπτει, μέσα σε ένα συλλογικό πλαίσιο ψυχικής επικοινωνίας, ως ένα απότοκο ενοχής, εκείνου που νοιώθει πως κάποτε θα τιμωρηθεί εξαιτίας της ακατάσχετα ξεδιπλούμενης διαστροφής του.

Η διαστροφή αποτελεί τη συνάντηση του ατόμου, εκείνου που έχει ηττηθεί από την αδυναμία να «δημιουργήσει» (πρωτίστως σε επίπεδο ψυχικό) κάτι «ωραίο και καλό», δηλαδή από την «καταστολή» ή από την «καταστροφή» που ενδεχόμενα έχει υποστεί σε οποιοδήποτε ή σε κάθε επίπεδο, ήτοι ψυχικό ή σωματοψυχικό.

Η διαστροφή λοιπόν θα γίνει η αντικοινωνική συμπεριφορά κάποιου και θα εδραιώσει ένα καινούργιο «γίγνεσθαι» το οποίο ή θα έρθει να αναπληρώσει την παραπάνω αδυναμία ή θα εκδραματίσει το τραύμα του τρόμου και του κακού που του έχει προξενήσει η όποια «καταστροφή», μετατρέποντάς τον έτσι από τον αδύναμο κρίκο στον δυνατό, για να μην πω, στον μονολιθικά παντοδύναμο.

Και ομολογουμένως αυτή η ασύμμετρη επίθεση, εκ μέρους του θεσμού, κλιμακώνεται στη συμπεριφορά των οργάνων «αταξίας» τα οποία θα ταυτιστούν σε κάποιες εσωτερικές πλευρές τους με αυτές τις «θεσμικές αποκηρύξεις», τα ένοχα δηλαδή απότοκα των «αφεντικών» τους, προκειμένου να επιβιώσουν κάτω από το βάρος της διαστροφής των πρώτων, και έτσι θα εκδηλώσουν μία …σχάση… στον ψυχισμό τους την οποία θα απλώσουν πλέον πρακτικά γύρω τους παντού …

…από τη μία να είναι οικογενειάρχες… και από την άλλοι δήμιοι…

 

© 2021, Ελένη Κανακάκη, Ψυχολόγος

 

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Οι ψυχικές ταυτίσεις στη «μακροοικονομία»

αφιερωμένο στον Julian Assange

Συζητώντας με μία φίλη νομικό, εκείνη επισήμανε πως στη γραμμή υπεράσπισης του συνηγόρου, στην συζητούμενη απ’ όλο το πανελλήνιο υπόθεση, μπαίνει το ζήτημα της επαγγελματικής αυθεντίας, όπως αυτή παρουσιάστηκε στη δήλωσή του «θα αναλάβω… μόνο εάν πειστώ για την αθωότητα του εναγόμενου». Σημαντική επίσης είναι η επισήμανσή της για την ψυχική σύνδεση του συνηγόρου με τον εναγόμενο.

Το πράγμα, υποθέτω, είναι ακόμη χειρότερο, επειδή η όλη σχετική τοποθέτηση ερείδεται σε ένα ψεύδος που εκφράζεται εμμέσως, πως ο συνήγορος είναι δηλαδή διατεθειμένος ακόμη και να παραβιάσει (επί της ουσίας) το απόρρητο πελάτη – δικηγόρου, κάτι ολότελα τραγικό και μεμπτό και να κριθεί νομικά για την αντιεπαγγελματική και αντιδεοντολογική του συμπεριφορά, προκειμένου να υπερασπιστεί το κοινωνικό καλό. Τούτο ξεπερνάει ακόμη και την εναλλακτική κριτική για τον μακιαβελισμό.

Άρα ο συνήγορος μεθοδεύει τη διαχείριση της υπόθεσης αυτής, ξεδιπλώνοντας μία άρτι αποκαλυφθείσα ψυχοπαθητική τακτική, ήτοι

-Κατ’ αρχάς, επικαλείται την «αυθεντία» του

-Στη συνέχεια «αποπλανεί» την κοινή γνώμη χρησιμοποιώντας ένα ψεύδος μέσω του οποίου επιδοκιμάζεται η αντιεπαγγελματική, σε βαθμό κακουργήματος, συμπεριφορά (στο πλαίσιο μίας σχέσης -δικηγόρου/πελάτη- αμοιβαίας αποπλάνησης)

-Για να καταλήξει εν τέλει να επιχειρήσει να «γυμνώσει» τους μηνυτές από την ασπίδα προστασίας τους, και να τους «ασκήσει βία» για πολλοστή φορά, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που αντλούνται απευθείας από τη δεξαμενή του φανταστικού (φταίνε οι εταιρείες, ο ΣΕΗ, οι εξωγήινοι...)

Εάν τα προηγούμενα συνιστούν βάσιμες «υποθέσεις», τότε μπορούμε να επεκτείνουμε το συλλογισμό μας πως η απρόσφορη συγκέντρωση και η διατήρηση της «εξουσίας» ενδοψυχικά (ψυχοπαθολογία) και κοινωνικά (κοινωνική παθολογία) συνεπάγεται πάντοτε, μα πάντοτε την «καταστολή», στο πλαίσιο μίας ηθικής διαστροφής ή μίας διαστροφής εκπεφρασμένης μέσω του «λιβιδινικού».

Τούτο, εάν θέλουμε, μακραίνει τον προβληματισμό μας στο κατά πόσο η εξουσία είναι δυνατόν να υπαχθεί στον ανθρώπινο χειρισμό και να απομακρυνθεί από το κύριο όργανό της, που δεν είναι άλλο, από ένα ταυτοτικό κάτοπτρο μέσα στον ψυχισμό.

Στο γνωστό μύθο του Tolkien γίνεται επεξεργάσιμη αυτή ακριβώς η ιδέα σε επίπεδο ενδοψυχικό, με την ανάπτυξη της άποψης της Freud για την τριμερή απαρτίωση της προσωπικότητας… δηλαδή,

…η εξουσία (κυρίως στην ακραία της έκφραση) δεν υπακούει σε οτιδήποτε θεμιτό, παρά μόνο στον εαυτό της. Ως συμπεριφορική (λοιπόν) ταύτιση εκβάλλει ως «καταστολή», που έχει λάβει χώρα πρώτα στο ενδοψυχικό του ατόμου (ως απάντηση στη συστηματική υπόσκαψη και αλλοτρίωση, που χρονολογείται από την καταβολή του), και έπειτα στο κοινωνικό

…κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει αλήθεια η οποία να απορρέει από την ηθική του ατόμου, αλλά ηθική που απορρέει από την αλήθεια του ατόμου… και ασφαλώς την ικανότητά του όχι να καταστέλλει, αλλά να δημιουργεί… 

 

© 2021, Ελένη Κανακάκη, Ψυχολόγος

 

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Ο ναυαγός

Σε έναν αμετάβλητο χώρο…
 
-δεν έχω τη δύναμη να κινήσω τη βούλησή μου, να ενεργήσω,
-κάτι με εξαντλεί, ώστε να συνεχίσω προς τα μπρος, να προχωρήσω,
-δεν ξέρω πως να απαρτιώσω σε μία εκφραστική ολότητα τα διαφορετικά κομμάτια του εαυτού μου, για να μιλήσω και να ζητήσω
 
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι, γιατί ο ψυχικός χώρος και κατά συνέπεια ο περιβάλλον χώρος παραμένουν αμετάβλητοι; Γιατί δηλαδή το υποκείμενο της ψυχικής εργασίας βρίσκεται σε μία ψυχική ανημπόρια να μεταβάλλει την ανάγκη - επιθυμία του από στάσιμη σε κινητική και έπειτα αυτή τη μεταβολή να αρχίσει να την επεκτείνει και έξω από τον ψυχικό του χώρο; Περαιτέρω, τι είναι αυτό που το εμποδίζει; Tι είναι αυτό που το τρομοκρατεί ή το φοβίζει; Μήπως δηλαδή αυτό το «τερατώδες» αντικείμενο, που το τρομοκρατεί, το εξαναγκάζει να παραμένει ναυαγός στη μοναξιά σ’ ένα νησί, αντί να κατασκευάσει μία σχεδία και πάνω της να κολυμπήσει;...
 
Το δεύτερο ερώτημα, που τίθεται, είναι, με ποιον τρόπο το πρόσωπο αυτό ελπίζει να σωθεί; Σε ποιο άλλο πρόσωπο δηλαδή εναποθέτει τη σωτηρία του και πως θα συσχετιστεί με το τελευταίο αυτό πρόσωπο, για να σωθεί; 

Δύο λοιπόν ερωτήματα τίθενται σε μία ψυχική εργασία: 

Τι είναι αυτό που με τρομοκρατεί και οδηγεί σε μία ανάσχεση τη λειτουργικότητά μου, με την επίρρωση της οποίας μπορώ να επεξεργάζομαι ένα νόημα για την ύπαρξή μου, να ικανοποιώ τη θεμελιώδη ανάγκη της ύπαρξης αυτής και να θέτω τις αξίες και τις προσδοκίες μου για το μέλλον; 

Με ποιον τρόπο έχω αντικειμενοποιήσει τη σωτηρία μου, ως αγάπη μου για ένα πρόσωπο, στο οποίο έχω μεταβιβάσει κάτι από έναν ρόλο κηδεμονικό;


Καλώς και όχι κακώς οι άνθρωποι δεν είμαστε παντοδύναμοι. Η παντοδυναμία όχι μόνο εντάσσει κάποιον σε μία «μπραβίστικη» λογική επιβολής προστασίας με σχετικές ανταμοιβές, αλλά τον εξοβελίζει κατόπιν στο άυλο, το απόλυτα «άναρχο» και το απυρόβλητο, πράγματα με τα οποία δεν γίνεται εφικτό ένας άλλος να συνομιλήσει… 

Πέρα από το παραπάνω, αυτό στο οποίο έχω καταλήξει είναι πως πρακτικά ένας άνθρωπος δεν χρήζει υπέρτατης δύναμης, ανεξάντλητης εξουσίας και ναρκισσιστικής ολότητας, για να μπορεί να πραγματώνει την ύπαρξή του. Και τούτο, επειδή αυτή η αναζήτηση τον υποτάσσει σε μία εξάρτηση φαντασιακού τύπου, που τον υπονομεύει και του στερεί τη δυνατότητα να αποκτήσει τη δύναμη, την εξουσία και την πληρότητα που «απαρτιώνει» τη δική του τη ζωή. Ίσως αυτό που τελικά χρειάζεται, περισσότερο απ’ όλα ένας άνθρωπος είναι, 

ένας «έλεγχος»… 
…για να σπρώχνει μακριά του το κακό, να θέτει όρια στο αρκετά συμβατικό και να επικοινωνεί μία αλήθεια στο «καλό»…
 
και λίγοι καλοί φίλοι…
…που (ως ομοπαθείς) να τον νοιάζονται και να τον συμπονούν…
 
 
© 2021, Ελένη Κανακάκη, Ψυχολόγος