Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Λακανική θεώρηση του ατομικού νοήματος


Σε μία συζήτηση που είχα με έναν φίλο, αυτό το οποίο ειπώθηκε από μεριάς του σθεναρά είναι πως στην ψυχανάλυση οφείλεις να μπαίνεις στον λόγο και κατ’ επέκταση, στη δική μου γνωσιολογία, στον Λόγο, μία έννοια συναφής με την έννοια του αρχαιοελληνικού «Κόσμου».

Στην πρώτη περίπτωση αναφερόμαστε στην λεκτικοποίηση του άδηλου νοήματος, ενώ στη δεύτερη στην τακτοποίηση αυτού, στην εναρμόνιση και τη διευθέτηση της σχέσης του με κάθε νόημα που μπορεί να προκύψει στον κόσμο αυτό και άρα εδώ μπορούμε πάντα να μιλάμε για δυναμικές και διαλεκτικές σχέσεις αντικειμένων και να αναστοχαζόματε γύρω από θέματα που διαλαμβάνεται η γλωσσολόγος Dorothy Lee, φαντάζομαι και άλλοι πολλοί.

Όταν ένα νόημα δεν μπορεί να εκφραστεί και να περάσει μέσα από μία, οποιαδήποτε γλώσσα, είτε αυτή είναι ο πεζός λόγος, είτε η ποίηση, είτε η τέχνη, τότε αυτό το νόημα δεν υπάρχει και βάσει αυτού δεν υφίσταται το λακανικό «πραγματικό», το άρρητο δηλαδή, το άδηλο και το άγνωστο που προϋπάρχει της φυσικής γλώσσας του ατόμου, η οποία (βάσει της λακανικής θεώρησης) στην πορεία θα διαστρέψει το ασύλληπτο αυτό ατομικό νόημα.

Έχω επεξεργαστεί σε πρόσφατη εργασία μου τη σύλληψη της πολιτισμικής συγκρότησης του ανθρώπου ως αμυντικής απάντησης στην ψυχική και υλική αποδόμησή του. Διαφωνώ με το παραπάνω θεωρώντας πως μία τέτοια σύλληψη του πολιτισμού είναι ανεδαφική και μονοσήμαντη, καθόσον οι πολιτισμικές άμυνες έχουν περιορισμένο ρόλο και χαρακτήρα και πως η σταδιακή πολιτισμική συγκρότηση του ανθρώπου υποστασιοποιεί τον ίδιο και τα νοήματά του μέσα στον κόσμο που δημιουργεί και συμμετέχει, σύμφωνα μάλιστα και με την πιαζετιανή θεώρηση.

Υπό την ακριβώς παραπάνω έννοια, το άδηλο, άρρητο νόημα του λακανικού «πραγματικού» δεν είναι τίποτε άλλο από το νόημα του λακανικού «φαντασιακού» (που αφορά στη δυαδική σχέση), όπου αυτό που έχει γίνει εκεί μέσα και εξακολουθεί να «εξυφαίνεται» μέσω της πολιτισμικής παραμετροποίησης στην εξέλιξη της ζωής, δεν μπορεί να ειπωθεί.

Η ψυχαναλυτική θεώρηση είναι επί της ουσίας μία εξελικτική/αναπτυξιακή θεώρηση με ιδιαίτερη συνάφεια με το χώρο της γνωστικής ψυχολογίας η οποία κατά τα φαινόμενα έφερε μία έκρηξη στις γνώσεις μας γύρω από τη λειτουργία του γνωστικού.

Όσο έχουμε ανάγκη να ασχολούμαστε με αυτό που «θέλει να γίνει» φανερό, άλλο τόσο έχουμε ανάγκη να ασχολούμαστε με αυτό που «αποφεύγει να γίνεται» φανερό, προκειμένου να εισέλθουμε στο «λόγο» πριν περάσουμε στην «εκδραμάτιση», δηλαδή στην πράξη μέσα στην οποία το ατομικό νόημα έχει διαστραφεί, δηλαδή στην υλοποίηση των άρρητων επιταγών του φαντασιακού.

Pablo Picasso 

Σ’ ένα ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσα πριν καιρό τέθηκε η ερώτηση «Νοιώθετε επιθετικότητα, όταν….;», όπου αυτό το «όταν» αφορούσε, όσο δεν με απατάει η μνήμη μου, σε μία διαπροσωπική συνθήκη. Η ταπεινή μου γνώμη είναι πως είναι αδύνατον να λάβει κάποιος απάντηση που να απαντάει σε αυτή την ερώτηση. Τούτο ισχύει αφενός γιατί το μεταβατικό ρήμα της κύριας πρότασης ερευνάει το συναίσθημα, ενώ το γραμματικό αντικείμενό του την κατάσταση. Αφετέρου, επειδή ζητείται από τους ανθρώπους, όχι να μιλήσουν γι’ αυτό που νοιώθουν, δηλαδή γι’ αυτό που αντιλαμβάνονται πως είναι και επομένως να περάσουνε στο λόγο, αλλά να δηλώσουν αυτό που κάνουν και έτσι οδηγούνται να περάσουνε στην «πράξη», καθώς ταυτίζονται την ώρα που δίνουν μία απάντηση με αυτό που ειδικά ή γενικά κάνουν και εμμέσως το αξιολογούν. Παράλληλα οδηγούνται, χωρίς προηγούμενη σκοπιμότητα, να κάνουν κάτι, δηλαδή να πουν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά κάποιο «ψέμα», περνώντας στην κατάσταση του νευρωσικού, ο οποίος κατά κανόνα και ασύνειδα ψεύδεται αμυντικά.

Η επιθετικότητα μπορεί να εκφραστεί με διάφορους τρόπους και σαφέστατα δεν έχουμε όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντιλήψεις και συλλήψεις για το τι συνιστά επιθετικότητα. Πέραν τούτου, διαφορετικές μορφές επιθετικότητας αξιολογούνται σε διαφορετικό βαθμό ως κοινωνικά αποδεκτές και σύνηθα πολλοί, όταν αποδέχονται την επιθετικότητάς τους, αυτό το κάνουν, όπως ο καμικάζι που καταστρέφει τον εαυτό του μαζί με την γύρω του περιοχή. Δηλαδή, την κάνουν πράξη, υλοποιώντας μία λεκτική επιθετικότητα του τύπου «ναι ρε, έτσι είμαι και άμα γουστάρεις...». Η επιθετικότητα συλλήβδην δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή, είναι όμως ο θυμός, για τον οποίο ένας άνθρωπος θα μπορούσε ωραιότατα να μιλήσει, ακόμη και να κραυγάσει, ζητώντας να του αποδοθεί δικαιοσύνη.

Εάν λοιπόν πρόκειται να πάρουμε μία αλήθεια, τότε γίνεται περισσότερο αναγκαίο να οδηγούμαστε στο «λόγο» και σταδιακά στο «Λόγο», πριν οδηγηθούμε στην «πράξη» η οποία γίνεται απαραίτητο να προκύψει ως απόρροια του λόγου και όχι ως άμυνα του ατόμου που εκδραματίζει το άλυτο λακανικό «φαντασιακό» του. Στις αναλυτικές διαδικασίες τούτο το τελευταίο ενδέχεται να προκύψει αμοιβαία κυρίως με έναν ψυχικό/νοητικό τρόπο, διότι είναι αδύνατον να κολυμπήσει κάποιος δίχως να βραχεί, αλλά με κανέναν άλλον τρόπο ο οποίος στην καθημερινή ζωή συνιστά εκδραμάτιση, ενώ στην αναλυτική διαδικασία θα συνιστούσε διαστροφή.

Για να καταλήξω, η άμυνα της εξελισσόμενης εκδραμάτισης του «φαντασιακού» στην καθημερινότητα παράγει την αμφισβήτηση… του εαυτού..., επειδή αυτός δεν μπαίνει στον λόγο και στη γνώση που απορρέει από αυτόν και η οποία (αμφισβήτηση του εαυτού) θα εξυφάνει την αμφισβήτηση... του άλλου... και την απομόνωση του συνόλου... στην αμυντική, ατομική εκδραμάτιση του πρώτου…

...και ο καθένας με τη σειρά του, στη δική του...


© 2018 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')