Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ;…



(Η αντίσταση)

 

Αφορμή για τη συγγραφή αυτού του άρθρου υπήρξε (μεταξύ άλλων) η αμερικάνικη κινηματογραφική ταινία «ο ναυαγός». Δύο πράγματα ενδιαφέρουν στην όλη υπόθεση: Το πρώτο αφορά στη σύνδεση ενός προσώπου με ένα άψυχο αντικείμενο (μία μπάλα), παρέχοντας έναν υπαινιγμό, για τη λειτουργία της προβολής, στην επικοινωνία. Το δεύτερο είναι το γεγονός πως ένας άνθρωπος, που αναγκάστηκε να παλέψει με τα «θεριά» της φύσης, όπως ακριβώς έκαναν οι πρωτόγονοι, αφού εσώθη, έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει τις θλίψεις της πολιτισμένης ζωής. Ποιο είναι το χειρότερο; Αυτό δεν είναι ερώτημα, ας πούμε, επιστημονικό, αλλά, κατά κύριο λόγο, φιλοσοφικής υφής. Ένας υπαινιγμός πάντως, που μπορεί να οδηγήσει σε υποθέσεις, προς όλες τις κατευθύνσεις, είναι πως οι άνθρωποι εξέλιξαν τη νοημοσύνη τους επειδή έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους και όχι τη φύση ή τα υπόλοιπα πλάσματα της πανίδας.

Το ζήτημα της κοινωνικοποίησης έχει απασχολήσει όχι μόνο τις γνωσιοσυμπεριφοριστικές θεωρίες της ψυχολογίας αλλά και τις ψυχαναλυτικές, βέβαια μ’ έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο και, αν δεν απατώμαι, πριν από τις πρώτες. Ο Έριχ Φρομ είχε διαφορετική άποψη από τον Φρόιντ, αναφορικά με την μονόσημη και μονόδρομη σημασία που κυρίως της απέδιδε ο δεύτερος, όμως εγώ δεν θα προβώ εδώ σε ανάλυση σχετική, διότι θα επιχειρήσω κάτι τέτοιο σε επόμενο άρθρο μου. Να καταλήξω όμως σε κάτι που έχω ήδη υποστηρίξει και στο παρελθόν.

η κοινωνική αναφορά ΔΕΝ είναι διπολικής υφής, του τύπου “κάντε απαρεγκλίτως τούτο, μην κάνετε το άλλο, γιατί θα καείτε στην πυρά”

Και τούτο ισχύει πολύ περισσότερο στις περιπτώσεις εκείνες, όπου το πραγματικό ή αλλιώς το οφθαλμοφανές κόστος είναι πραγματικά ανύπαρκτο, αν αναλογιστεί κάποιος πως δεν θα υποστεί ποινική ή άλλου τύπου δίωξη, για τις επιλογές του. Πέραν όμως τούτου, τα σημερινά ήθη, οι άγραφοι κανόνες και η αποπροσωποίηση των σχέσεων, στις σύγχρονες, δυτικές, αστικές κοινωνίες, όχι μόνο επιτρέπουν την προσωπική σφραγίδα στις κοινωνικές σχέσεις και διευθετήσεις, αλλά επιπλέον, πολύ συχνά την προωθούν και την προστατεύουν.


Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, όπου δεν έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ποινικά κολάσιμες πράξεις ή με πράξεις που κινούνται στο απώτατο άκρο μίας «κανονικής κατανομής», έξω δηλαδή από τον χώρο του κοινωνικά επιτρεπτού πλουραλισμού (ώστε να διαταράσσεται η άγραφη κοινωνική ανοχή και να γινόμαστε δακτυλοδεικτούμενοι), το πρόβλημα είναι άλλο...

Εν πρώτοις, έχει σημασία να αντιληφθούμε πως ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τα «σημαίνοντα» (για να χρησιμοποιήσω έναν γλωσσικό όρο), θ’ αναδείξει κατάλληλα τα σχετικά «σημαινόμενα». Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά πως αυτό που μας φοβίζει, αυτό και μας συμβαίνει. Αν φοβόμαστε να φανερώσουμε λ.χ. τον ομοφυλόφιλο σεξουαλικό προσανατολισμό μας και να χειριστούμε τους «αντιφρονούντες», ενδεχομένως να γίνουμε αντικείμενο εμπαιγμού, ή αν φοβόμαστε να φανερώσουμε τον «παράνομο-ενοχικό;» έρωτα, τότε είναι πιθανό να λοιδορηθούμε.

Για να καταλήξω, τέτοιας φύσης δικαιώματα είναι, εν γένει, αναγνωρίσιμα στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ο τρόπος όμως με τον οποίο χειρίζεται και υποστηρίζει κάποιος τη νομιμότητα των επιλογών του, μπροστά στους συνανθρώπους του, θα τον κρατήσει ενταγμένο ή σε απόσταση ή τελικά θα τον απεντάξει, τίνι τρόπω..., από το πλαίσιο των διαπροσωπικών ή και κοινωνικών του επαφών. Τούτοι οι χειρισμοί προϋποθέτουν ασφαλώς την εμπιστοσύνη στον εαυτό, αίσθημα το οποίο στηρίζεται στην πραγματική αναγνώριση και αποδοχή της νομιμότητας των επιλογών, την απενοχοποίησή τους δηλαδή, στην ικανότητα να συνομιλούμε, να επιχειρηματολογούμε και να πείθουμε τους άλλους ή εναλλακτικά να παραμένουμε ακλόνητοι στις αποφάσεις μας, και τέλος στη διακρίβωση της πραγματικής επιθυμίας. Μόνο έτσι μπορεί να δημιουργηθεί και να συντηρηθεί η εμπιστοσύνη στα άλλα πρόσωπα, απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και συναλλαγής.

 Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο μέρος της ανάλυσής μας. Στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία η «αντίσταση» αφορά στην ασύνειδη άρνηση του ατόμου να θεραπευτεί. Στην πραγματική ζωή συμβαίνει κάτι αντίστοιχο, όταν ένα πρόσωπο αντιστέκεται σθεναρά στη θέαση της πραγματικότητας, της δικής του και ασφαλώς στη θέαση της πραγματικότητας της ζωής.

Κανένας άνθρωπος δεν αγαπάει ανιδιοτελώς. Αυτό εξάλλου είναι λογικώς αδύνατο και μία τέτοια παραδοχή δεν διατυπώνεται (από τη γράφουσα) διόλου επικριτικά. Και τούτο το υποστηρίζω, επειδή κρίνω πως οι πράξεις μας πάντοτε, μα πάντοτε, όταν εκδηλώνονται, ερμηνεύονται και κατ’ επέκταση, αξιολογούνται (από εμάς τους ίδιους), σύμφωνα με κάποιο είδος συναισθηματικής ή υλικής απολαβής, όποια και αν είναι αυτή, ρητή ή άρρητη, συνειδητή ή ασυνείδητη. Διαφορετικά θα έχαναν τον ειρμό, το νόημα ή τη σημασία τους. Έτσι, η πρόταση «όλα σ' τα προσέφερα, μα τίποτα δεν πήρα» δεν περιέχει κάποια αλήθεια. Διότι ασφαλώς το κέρδος έχει ξεκινήσει, από καταβολής… να αντλείται, διέποντας την όλη διαδικασία της θυσίας και της προσφοράς.

Η «επιθυμία», εν προκειμένω, συνιστά μία επίφαση, αφού το υποτιθέμενα επιθυμητό αντικείμενο είναι, στην ουσία, ανεπιθύμητο, απλά και μόνο το μεταφορικό μέσο, που φέρει μέσα του την απόπειρα αποκατάστασης και συντήρησης της αυτοεικόνας, και της νομιμοποίησης του δεδομένου (προϋπάρχοντος) προτύπου ζωής, καθόσον τα πρόσωπα που «επιθυμούμε», είναι αυτά που θα «υποδεχτούν», μέσω της προβολικής διαδικασίας, τις προσδοκίες μας για τον εαυτό. Όπως, κατά κάποιον τρόπο, συνέβη και με τον πρωταγωνιστή της ταινίας, ο οποίος συνομιλούσε, προκειμένου να επιλύσει τα προβλήματά του (λαμβάνοντας σχετικές διαβεβαιώσεις, για τις επιλογές του), με μία μπάλα, για την οποία απεπειράθη μάλιστα και να πνιγεί!!

η ανιδιοτελής αγάπη δεν είναι υπαρκτή, πολύ περισσότερο όταν δεν εμπλέκει καθόλου ή έστω μόνο ελάχιστα το «αντικείμενο» στους στόχους του εκφραστή, γι’ αυτό τούτο το πρώτο δεν προσεγγίζεται ποτέ πραγματικά και σίγουρα όχι έξω από θωρακίσεις ή οιαδήποτε υφής αμυντικές διαδικασίες

Αυτή η αντίσταση μπορεί να λάβει περισσότερες μορφές. Από απλές ζήλειες παθολογικές έως και κατασκοπεύσεις της ζωής του άλλου, παράπονα, δικαιολογίες (περί κοινωνικής νομιμότητας ή επιταγής), μεταπηδήσεις από την καταγγελία στην παράκληση και άλλα χίλια δυο…

Ο φίλος μου και ψυχίατρος, Κλεόβουλος Αδάμας, μέλος μίας ποιητικής ομάδας ψυχαναλυτών, είχε δηλώσει κάποτε:

«είναι αδύνατο, για κάποιον, να δώσει μία μάχη έξω του, αν προηγουμένως δεν την έχει δώσει μέσα του…

καθόσον έχει εντοπίσει,  σε λανθασμένη τοποθεσία,  τους εχθρούς του…

…εν τοιαύτη περιπτώσει, τίθεται τελείως αναρμόδιος ο οιοσδήποτε να δώσει λύση, σε τέτοιες διευθετήσεις, διότι αφαιρείται το θεμελιώδες συστατικό της «σωτηρίας: Η προσωπική επιθυμία γι’ αυτήν. Θα θυμάσαι τους στίχους του Βάρναλη, ασφαλώς...

“Και αν είναι ο λάκκος σου βαθύς, χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς”.»

 © 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ



(Ναρκισσιστική Ταύτιση & Αμυντική Εξιδανίκευση)
 

Ένα ζήτημα που ανακύπτει πάρα πολλές φορές, στα πλαίσια των ανθρωπίνων σχέσεων οιασδήποτε υφής, αφορά σ’ ένα είδος καθρεφτίσματος θετικών προσδοκιών στο πρόσωπο του «άλλου». Ασφαλώς είναι αναγκαίο, έως και απαιτητό, να τρέφουμε ένα κάποιο σύνολο θετικών προσδοκιών, προσδοκιών δηλαδή που έχουν να κάνουν με επιθυμητές αντιδράσεις, από άλλα πρόσωπα, εδώ όμως μπορεί να προκύψουν δύο ζητήματα, που θ’ απαιτήσουν περαιτέρω ανάλυση και ερμηνεία:

Το πρώτο εμπλέκει το θέμα της «ναρκισσιστικής ταύτισης» με τους άλλους και το δεύτερο, συμφυές και τούτο, το θέμα της «αμυντικής εξιδανίκευσης».

Αν και υφίστανται διαχρονικές αξίες και αρχές που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις, θα έπρεπε να είναι (κατά τη γνώμη μου) σαφές πως δεν μπορεί να ακολουθηθεί ένας ενδεδειγμένος τρόπος συσχετισμών ή να υιοθετηθεί ένα συγκεκριμένο σύνολο συμπεριφορών, από όλους, για όλους τους λόγους (φιλοσοφικής, θρησκευτικής ή επιστημονικής φύσεως) που θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Όταν μιλάμε για ναρκισσιστική ταύτιση λοιπόν, εννοούμε την τάση μας να προσδοκάμε τα άλλα πρόσωπα να σκέφτονται, να αισθάνονται και εν τέλει να πράττουν όπως θα πράτταμε εμείς. Είτε πρόκειται για ερωτικές είτε για φιλικές είτε για άλλες σχέσεις, τούτο έχει ως συνέπεια, αφενός την παραγνώριση των αναγκών ετέρων προσώπων, αφετέρου τη δυσκολία δημιουργίας λειτουργικών σχέσεων ή απεμπλοκής από σχέσεις συγκρουσιακές ή άλλες που δεν στηρίζονται σε κάποια νομιμότητα αναγκών.

Στις περιπτώσεις λοιπόν που παραπονούμεθα ακατάπαυστα, για διάφορα πρόσωπα, πως δεν δείχνουν λ.χ. ενσυναίσθηση ή ενδιαφέρον, πως είναι στενόμυαλα, αμφιθυμικά (δεν ξέρουν τι θέλουν), κακότροπα, αγενή κ.ο.κ., ένα βασικό σφάλμα που διαπράττουμε είναι πως ταυτιζόμαστε ναρκισσιστκά μαζί τους. Τούτο σημαίνει πως δεν αντιλαμβανόμαστε πραγματικά πως πρόκειται για διαφορετικά όντα, που ασκούν το νόμιμο δικαίωμά τους να συμπεριφέρονται, όπως τα ίδια ορίζουν και πως, όταν ως απάντηση στις πράξεις τους δεν προβλέπεται αμυντική βία ή μήνυση, τότε αυτό που απομένει είναι η φυγή.

Εδώ ανακύπτουν τρία σχετικά ζητήματα: Το πρώτο αφορά στην ασύνειδη αδυναμία να αποδεχτούμε πως ένα πρόσωπο δεν μας «ανήκει», ούτε συνιστά φυσική προέκταση δική μας και πως θα χρειαστεί ενδεχομένως κάποια στιγμή να αποχωριστούμε από αυτό. Το δεύτερο υποσημαίνει ότι είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό πως δεν κάνουν όλοι για όλα. Κάποιοι άνθρωποι είναι μάλλον «λίγοι», άλλοι αρκετά αδύναμοι και άλλοι πιθανά κακομαθημένοι. Είναι δυνατόν δηλαδή, μ’ έναν άνθρωπο, να επιτύχουμε απλά και μόνο καλές επαγγελματικές σχέσεις, με κάποιον άλλον, μία σκέτη γνωριμία, μ’ ένα τρίτο πρόσωπο, στενότερη σχέση ή φιλία και μ’ ένα τέταρτο, τίποτα, ως ολότελα ακατάλληλο προς «βρώσιν». Το τρίτο, τέλος, αφορά στην ιδέα πως είναι δυνατόν η κακή συμπεριφορά κάποιου να αξιολογείται ως τέτοια, λόγω παρερμηνείας ή εξ’ αιτίας κακής αλληλεπίδρασης που προκαλείται από δική μας ανεπιθύμητη (για τον άλλον) πρακτική και η οποία εκδηλώνεται ανεπίγνωστα.

Εάν, επί παραδείγματι, τρέφουμε το φόβο πως δεν είμαστε επιθυμητοί, ενδεχομένως να βιώνουμε εχθρικά συναισθήματα για κάποιους. Στην προσπάθειά μας να αποκηρύξουμε αυτή την πλευρά του εαυτού μας (την πλευρά δηλαδή της προσωπικότητας που συντηρεί την εχθρότητα προς τον «πλησίον»), πετάμε αυτό το συναίσθημα στα μούτρα ενός «βολικού...», για μας, προσώπου ερμηνεύοντας και καταγγέλλοντας εκείνον ως εχθρικό. Εάν δεν καταφέρουμε, ούτε μ' αυτόν τον τρόπο, να αποβάλλουμε την αρνητική αυτοεικόνα, τότε γινόμαστε και στην πράξη εχθρικοί, με αποτέλεσμα οι άλλοι να «απαντούν» ανάλογα και έτσι η αρχική εκτίμηση και καταγγελία, για κάποιους ανθρώπους, να επαληθεύεται.

Σε γενικές γραμμές, σημαντικές προσωπικές αδυναμίες δρουν επισχετικά στην εξέλιξη των ανθρωπίνων σχέσεων (ως γνωστόν). Πως; Κάποιοι, για παράδειγμα, κινούνται γενικά και εναλλακτικά στα άκρα, από την απόλυτη αγάπη δηλαδή για τον άλλο, στην απόλυτη απόρριψη αυτού. Τούτο απομακρύνει, εν γένει, υποψήφιους φίλους, που αισθάνονται πως δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις προβαλλόμενες αξιώσεις, δυστυχώς όμως μία τέτοια αποφυγή ταλανίζει και εκείνους που προσεγγίζουν πολύ καλύτερα (από τους συνανθρώπους τους) το θετικά αξιολογούμενο άκρο, αλλά τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι συνήθως και πολλοί…

Αυτή η τελευταία συζήτηση μας φέρνει και στο δεύτερο ζήτημα της κουβέντας αυτής, σ’ εκείνο της «αμυντικής εξιδανίκευσης», το να συντηρούμε δηλαδή την πεποίθηση πως η προσωπικότητα ενός ατόμου περιλαμβάνει μόνο ιδιότητες ιδανικές. Το ζήτημα λοιπόν αυτό διαθέτει σίγουρα δύο πλαίσια ερμηνειών:

Η πιο δυσάρεστη, ίσως και η λιγότερο συνηθισμένη πλευρά του θέματος αυτού έχει να κάνει με την ασύνειδη επιθυμία μας να καταστήσουμε το πρόσωπο αυτό ανήμπορο ν’ ανταποκριθεί στις ικανότητες που του έχουν αναγνωριστεί και ως εκ τούτου να επιτευχθεί η αποκαθήλωση από το θώκο του. Η πιο ανάλαφρη βέβαια όψη μίας τέτοιας ψυχικής αντιμετώπισης αφορά στην ανάγκη μας να υπερασπιστούμε τον εαυτό, έναντι απειλητικού προσώπου, μέσω της κολακείας. Σε άλλη όμως περίπτωση, επιχειρούμε  απλά να αμυνθούμε, μέσω της αναγνώρισης των ιδιαίτερων χαρισμάτων του προσώπου αυτού, τα οποία αφενός το καθιστούν «ανίκανο» να επιτεθεί, αφετέρου απαλλάσσει εμάς από την υποχρέωση να απαντήσουμε στην απειλητική συμπεριφορά, εκδραματίζοντας επικίνδυνα (και ενοχικά) τα άγχη μας.

Τις πιο πολλές φορές όμως η εξιδανίκευση εκτελεί μία άλλη λειτουργία εξυπηρετώντας ένα διαφορετικό (κατά κάποιον τρόπο) στόχο ή σκοπό. Άνθρωποι οι οποίοι τείνουν να κινούνται στα άκρα, εκδηλώνοντας ενδεχομένως συμπτωματολογία συγκεκριμένων κλινικών διαγνωστικών κατηγοριών, νοιώθουν συχνά υπέρτατη αγάπη αλλά και αξεπέραστη οργή για το ένα και το αυτό πρόσωπο. Απίστευτη λατρεία, αλλά και ολοκληρωτική αποστροφή, εκτίμηση απαράμιλλη, αλλά και περιφρόνια οριστική. Η εμπειρία έχει δείξει πως είναι μάλλον πολύ δύσκολο να συναντήσουμε ανθρώπους που να είναι ταυτόχρονα πολύ καλοί και πολύ κακοί. Αυτό που συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πως δεν διαθέτουμε ένα όριο στις επενδύσεις μας (σε άλλα πρόσωπα) και πως όταν αυτές δεν αποδίδουν τα μέγιστα επιθυμητά, τότε τα πρόσωπα αυτά καταβαραθρώνονται  στην «άβυσσο του κακού».

Αρκετές φορές μερικοί άνθρωποι προβαίνουν σε εκτιμήσεις εξωπραγματικές για το χαρακτήρα κάποιων άλλων, ώστε όταν κάποια στιγμή αποφασίσουν ν’ ανοίξουν τα μάτια, για να γνωρίσουν καλύτερα αυτούς που έχουν δίπλα τους, οι προσδοκίες τους κονιορτοποιούνται, πέφτοντας σιγά σιγά στο χώμα, μπροστά στους οφθαλμούς τους. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς πως το «φαίνεσθαι» πολλών ανθρώπων δεν είναι διαφορετικό από το «είναι», κυρίως στις περιπτώσεις που προβάλλεται (αμυντικά ασφαλώς) ένα σκληρό πρόσωπο, προκειμένου να προφυλαχθεί μία «αδύναμη καρδιά». Σημαίνει όμως πως συντηρείται μία αντίσταση και μία τύφλωση στη θέαση της πραγματικότητας, που κατά τα φαινόμενα, βιώνεται οδυνηρή.

Και ενώ στη ναρκισσιστική ταύτιση -που προϋποθέτει βεβαίως (όπως και η αμυντική εξιδανίκευση) την εσωτερική «καταστολή»- έχουμε να κάνουμε κυρίως με την απαλοιφή του διαφορετικού και τη διαγραφή τού έξω από τον εαυτό αντικειμένου, στην προσπάθεια μας να επαναφέρουμε συμβολικά και να συντηρήσουμε τη συμβιωτική σχέση με το πρωταρχικό πρόσωπο φροντίδας, στην εξιδανίκευση έχουμε μία απεμπόληση του «εγώ», μία αυτοϋποτίμηση δηλαδή, παράλληλα με την προβολή όλων των ενδεχόμενων θετικών χαρακτηριστικών, πάνω σ’ ένα «τέλειο κ’ αγαθό» αντικείμενο, ώστε να τα διεκδικήσουμε πλέον, για τον εαυτό μας, διεκδικώντας το αντικείμενο αυτό.

Στις αμυντικές λειτουργίες και σε πλαίσια ψυχαναλυτικών θεωρήσεων ασφαλώς, αυτό που πάντα επιτυγχάνεται είναι η αλλοίωση ή μία σημαντική αποφυγή της πραγματικότητας.

Στη ναρκισσιστική ταύτιση επιχειρούμε ασυνείδητα ν’ αλλάξουμε τον κόσμο «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» μας, καταστρατηγώντας τις αξίες της διαφορετικότητας και της ποικιλομορφίας. Τούτο από θρησκευτικής πλευράς συνιστά «ύβριν», από ψυχολογικής, αυτοαπόρριψη, από πολιτικής, ολοκληρωτισμό και από επιστημονικής, προσήλωση στον ασυγχώρητο δογματισμό.

Στην εξιδανίκευση, από την άλλη, βιώνουμε μία αυτοϋποτίμηση που μας συνδέει μαζοχιστικά (υποταχτικά) με το ιδανικό αντικείμενο, το οποίο αρνούμαστε να απολέσουμε, όχι μόνο γιατί συνιστά κατάκτηση που καθιστά τον «νικητή» αναγνωρίσιμο στους οφθαλμούς των άλλων, αλλά και επειδή παρέχει μία παραγνώριση και μία αποφυγή της «θλιβερής ή επώδυνης» πραγματικότητας των ανθρωπίνων σχέσεων, μέσα στις οποίες δεν χωρούν μεγαλειώδεις επενδύσεις, αλλά η δυναμική και ανελισσόμενη προσπάθεια της διαπροσωπικής προσέγγισης, ανταπόκρισης, κατανόησης και προσαρμογής.

Γι’ αυτό λοιπόν...

...μόνο στη γνώση υπάρχει αθωότητα... πουθενά αλλού...


© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ



Η άποψη της γράφουσας είναι πως οι άνθρωποι δεν είναι εγγενώς κακοί ή καταστροφικοί και δεν βρίσκω ιδιαίτερη διαφορά ή κάποια διαφορά, με σημασία, μεταξύ μίας αξιολογικής κρίσης και μίας περιγραφικής τοποθέτησης, που επί της ουσίας αποδίδει την πρώτη.

Μία τέτοια πρόταση δεν διαθέτει κανένα απολύτως νόημα. Είναι ανυπόστατη. Η εξέλιξη οιασδήποτε οντότητας, στο γνωστό (και άγνωστο) σύμπαν, γίνεται στη βάση προδιαγραφών και συνεπώς αναγκών, για την εξυπηρέτηση των όρων της λειτουργικότητάς του. Ως εκ τούτου, δεν διαθέτει, εκ προοιμίου, ιδιότητες που ανήκουν στο χώρο του καλού ή του κακού και πολύ απλά τέτοιες περιοχές υπάρχουν μόνο μέσα στο κεφάλι μας.

Η κρίση για την ποιότητα ενός αντικειμένου προκύπτει από την αξιολόγηση των συμφερόντων μας, τα οποία υπόκεινται σε βιολογικούς, συναισθηματικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, εκ των οποίων κάποιοι διαθέτουν μεγαλύτερη εμβέλεια και διαχρονικότητα.

Οι άνθρωποι, παρ’ όλα αυτά, μπορούν να γίνουν διαστροφικοί. Όταν μιλάμε όμως για διαστροφικότητα δεν εννοούμε τίποτα, εν σχέσει με τις απρόσφορες σεξουαλικές παρεκκλίσεις, από το σύνηθες, που συνιστούν μία ειδική κατηγορία της ψυχολογίας. Αλλά αναφερόμαστε σε τούτη την «πράξη ζωής» που προκαλεί σημαντική δυσφορία εκτρέποντας παράλληλα την «Ύπαρξη» από το πλαίσιο των όρων της μακροβιότητάς της, σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης.

Ο αείμνηστος φίλος μου αρέσκονταν συχνά να επαναλαμβάνει:
«Πολύπλοκα συστήματα, απρόβλεπτη συμπεριφορά».

Στην προσπάθειά μας να απομυθοποιήσουμε και να αποποινικοποιήσουμε την ανθρώπινη φύση, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να κάνουμε μία πρώτη υπόθεση πως η διαστροφική συμπεριφορά συνιστά ένα από τα παραχθέντα προϊόντα (λόγω περισσότερο ή λιγότερο αντικειμενικών ελλειμμάτων), μέσα σ’ ένα σύστημα αλληλεπιδράσεων αναδραστικού τύπου. Γίνεται δε επιδημική, μέσω της διαγενεακής μεταφοράς, πράγμα το οποίο δεν συνιστά απλή υπόθεση, ενώ παραμετροποιείται από τις ειδικές περιβαλλοντικές και κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες.

Ταυτόχρονα δε συνιστά μία σχετικώς ή αρκετά «ασυνεπή», κάποτε και ακραία απόκριση, η οποία όμως δεν χάνει το εσωτερικό της νόημα, ακόμη και όταν εννοούμε μία ψυχιατρικώς διαγνωσμένη βαριά ψυχοπαθολογία. Θα ήτο αδύνατο, θα τολμήσω να πω και ανήθικο, να επιδιώξουμε την ομογενοποίηση των ανθρωπίνων πρακτικών, ώστε να λειτουργούν μ’ έναν ενδεδειγμένο τρόπο. Το πρόβλημα, κατά βάση, έγκειται στο πως και κατά πόσο είναι εφικτό, μέσω της ατομικής ανάπτυξης και της εξέλιξης της ανθρώπινης κουλτούρας, να επιτύχουμε τη βελτιστοποίηση των μηχανισμών αυτορρύθμισης, ώστε να προλαμβάνονται τα φαινόμενα που διευρύνουν την ανθρώπινη δυστυχία.

Οι πράξεις μας, κατά κανόνα, διαθέτουν κάποιο συμβολισμό. Ένα εσωτερικό νόημα, σύνηθα διυλισμένο από το προσωπικό φίλτρο, με εσωτερική λογική και αλληλουχία, η οποία όμως πολύ συχνά διαθέτει περιορισμένη δυνατότητα εφαρμογής, όταν πρόκειται να τεθεί στην «κυκλοφορία».

Ίσως αυτό δεν είναι το χειρότερο, καθόσον προσωπικώς υποστηρίζω το «ελεύθερο» της ανθρώπινης βούλησης και επιλογής, ακόμη και όταν οι συνέπειες φαίνονται και γίνονται τραγικές. Μα το πρόβλημα ξεκινάει από το γεγονός πως οι πιο πολλοί άνθρωποι διαθέτουν εντελώς περιορισμένη ενημερότητα, για το περιεχόμενο των επιλογών τους, για τις πραγματικές τους δηλαδή επιλογές, καθόσον αναπαράγουν ανεπίγνωστα διάφορα μοτίβα συμπεριφοράς. Εξίσου, πως αντιστέκονται σθεναρά να περάσουν στη διαδικασία της ενδοσκόπησης, για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξετάσουμε.

Όταν διαπληκτιζόμεθα, στο δρόμο ή σε μία δημόσια υπηρεσία, όταν προπηλακίζουμε διάφορα πρόσωπα, όταν υπεξαιρούμε χρήματα, όταν ψηφίζουμε ένα πολιτικό πρόσωπο, όταν προβαίνουμε σε πράξεις ευγενούς χορηγίας ή ακτιβισμού, όταν κάνουμε μία θυσία... σε όλες τις περιπτώσεις ομιλούμε μία γλώσσα, μεταβιβάζουμε ένα λανθάνον νόημα και αναμφιβόλως κάνουμε μία επιλογή.

Ακόμη και όταν λέμε «οι άνθρωποι είναι κακοί», ακόμη και τότε λαμβάνουμε μία θέση και κάνουμε μία επιλογή. Η πολιτική άποψη και ο κοινωνικός στοχασμός δεν συνιστούν μία απλή γνωστική διαδικασία αλλά εμπεριέχουν την μετατροπή της ψυχικής θέσης σε ιδεολογικό απόσταγμα, το οποίο με τη σειρά του θα ενισχύσει και θα εξελίξει την προϋπάρχουσα ψυχική θέση. Η «λογική» μας δηλαδή είναι γεμάτη από τα συναισθήματά μας και τούτα τα τελευταία είναι γεμάτα από τη «λογική» μας.

Η προκατάληψη (επί παραδείγματι), ως εχθρική συμπεριφορά που μελετάται από περισσότερους κλάδους, στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, μπορεί να αντικατοπτρίζει την αυτοαπορριπτική ή αυτοκαταστροφκή τάση ενός ανθρώπου (για κάποιους λόγους...), η οποία όμως (για λόγους επιβίωσης) εκτρέπεται, μέσω αμυντικών μηχανισμών, σε ένα εύκολο θύμα.

Μπορεί όμως να είναι απλά, καθαρά αμυντική και να εγερθεί περιστασιακά, υπό την επήρεια κάποιου αισθήματος ευαλωτότητας, ή από το ξύπνημα μίας απαγορευμένης σεξουαλικής επιθυμίας (ανθρώπινα...) ή και τα δύο. Ο τρόπος με τον οποίο ο εκάστοτε συνομιλητής θα χειριστεί τα εισερχόμενα, παράλληλα με τις προσωπικές του ελλείψεις, θα εξελίξει το μοτίβο της αλληλεπίδρασης ή θα το περιορίσει σε μία ατελέσφορη ανταλλαγή πυρών.

Έχω ήδη μιλήσει για το παραπάνω ζήτημα και θα μπορούσα ασφαλώς να αναπτύξω πολύ περισσότερο τούτο τον περιεκτικό λόγο. Προτιμώ όμως για την ώρα να σταματήσω εδώ παραθέτοντας τους παρακάτω στίχους, που ενεπνεύσθη η αγαπημένη φίλη, ψυχολόγος και ποιήτρια, Θεανώ, πέρυσι το καλοκαιράκι, όταν παραθέριζε στην όμορφη Αγιάσο και τους οποίους μου προλόγισε ως κατωτέρω.

Πιο πριν όμως, να καταλήξω,

...πως η σωτηρία του ανθρώπου καθίσταται αδύνατη, όταν ασύνειδα έχουμε πειστεί πως από θλιβερή ανάγκη του αξίζει...


«καθόμουν ένα ωραιότατο βραδάκι, Ελενάκι μου, στην αυλή, μαζί με άλλες δύο φιλενάδες και ρεμβάζαμε…, στο δρόσο, κάτω απ’ τη συκιά... μπαίνει τότε η κυρία Αναστασία, μία απίστευτη υποκρίτρια και υστερική γλωσσοκοπάνα, με το συνηθισμένο ύφος οσιομάρτυρος, έμπλεου χριστιανικής πονοψυχιάς.
“ουφ!... τι θέλουν όλοι αυτοί οι αραπάδες και φεύγουν απ’ τον τόπο τους και δεν κάθονται εκεί να πολεμήσουν, οι δειλοί; μόνο έρχονται στον τόπο μας; μας κλέβουν, μας ρημάζουν, μας βιάζουν και μας μαγαρίζουν. Οι άνθρωποι είναι κακοί!”
ωχ μάνα μου..., λέω τότες από μέσα μου, που μ’ άφησες έρμη και ορφανή να πολεμώ με τα θεριά!»

Το Κακό!
(Θεανώ Ανδρομάχου)
--------------------------------
για όσους ανέγνοιαστα στη ρητορική του κακού απάνω χουζουρεύουν
αναγιγνώσκοντας την ποταπότητα του κόσμου
μες τη δική τους γενναιόδωρη καρτερία
εγώ το παρακάτω δώρο τους προσφέρω

μήπως και σκάσει ποτέ μπροστά στα μάτια
και μέσα στο στομάχι τους
πως αναζητώντας ευάλωτες και καταδεχτικές ποδιές
να εναποθέσουν βολικά τους δαίμονες που μέσα τους γεννούνε,
δεν κάνουν άλλο τι,
παρά να τρέφουν ακέραιη την αυτοπεριφρόνια,
για τούτο και την προμηθεϊκή τους κακομοιριά

Η λειτουργία του κακού δεν βρίσκεται αδιαπραγμάτευτα στα πλήθη και τον κόσμο,
παρά μονάχα στην Έχθρα που κουρνιάζει στην καρδιά
και το μυαλό εξοστρακίζει στην κτήση και το πρόσωπο του άλλου,

από την κατάρρευση του Ύψους και του Οράματος
που γεννάει η αδυναμία τους να σταθούν,
από τη Ματαίωση
που γεννάει η ανημπόρια τους να εκτελέσουν,
από το Φόβο
που γεννάει η ανάγκη τους να συγκριθούν
και από την Ενοχή
που γεννάει η επιθυμία τους να υποταχθούν
μα πάνω απ' όλα... από την Άγνοια
που γεννάει η δειλή άρνησή τους να καταλάβουν,

αυτά που όλοι έχουν μέσα τους,
και 'όσα με βάσανο τόσοι ανατρέφουν,
και 'κείνα που αναπάντεχα
άπαντες σ' αυτούς θα βλέπουν

γι' αυτό και ως μονάκριβο
που σύνηθα τους μένει,
είναι η επιθυμία τους για έλεος,
ο τρόμος της απωλείας,
η λαχτάρα της φυγής...

© 2016 Ελένη Κανακάκη (ΦΠΨ Ψ')